Live τώρα    
ΤΑ 6+1 ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ: / Παγκόσμια πρεμιέρα στο περιθώριο ενός σημαντικού δίσκου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΤΑ 6+1 ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ: / Παγκόσμια πρεμιέρα στο περιθώριο ενός σημαντικού δίσκου

Ήταν ιδιαίτερη η περίσταση της παρουσίασης αυτού του διπλού άλμπουμ (Theodore Antoniou - The String Quartets, SUBWAYS SM141) με τα 6 (πρώτα) κουαρτέτα εγχόρδων του Θεόδωρου Αντωνίου (Βιβλιοπωλείο Ιανός, Τρίτη 18.11.2014), επιστέγασμα μακράς (1959 - 2011), αλλά όχι κατ' ανάγκην συνεχούς, ενασχόλησης του μουσουργού με το είδος αυτό, τόσο αποκαλυπτικό ποιοτήτων και αδυναμιών για κάθε ομότεχνό του. Ιδιαίτερη όχι μόνο γιατί η διαδρομή αυτή προσφέρεται πλέον στη συστηματική μελέτη και απόλαυση, αλλά και γιατί συνδυάσθηκε με την α' παγκόσμια παρουσίαση ενός 7ου κουαρτέτου, ενδεικτικού πορείας συνεχιζόμενης και καρπερής.

Στη βραδιά προσήλθαμε αμελέτητοι, επενδύοντας στην υπόσχεση ότι μια πλειάδα -τω όντι και όχι κατά συνθήκην- εκλεκτών ομιλητών θα εισήγαν επαρκώς τον -ούτως ή άλλως μη χρείαν έχοντα εισαγωγής- ακαδημαϊκό, συνθέτη και, από του 1989 και εξής, πρόεδρο της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών, ιδιότητα υπό την οποία γνωρίσαμε και εκτιμήσαμε τον άνθρωπο Αντωνίου.

Μετά την εισαγωγή των εκδοτών Σοφοκλή Σαπουνά και Αναστασίου Κλήνη, ακολούθησε, εν πρώτοις, το πυκνό και τεχνοκρατικά αρθρωμένο κείμενο του Θωμά Ταμβάκου πάνω στα εργογραφικά στατιστικά και λοιπά δεδομένα της πλούσιας παραγωγής του Αντωνίου.

Ύστερα ήλθε η μαρτυρία του μαθητή και ομότεχνου του τιμώμενου Ιάκωβου Κονιτόπουλου σε σχέση με την προετοιμασία της δισκογραφικής έκδοσης των 6 κουαρτέτων εγχόρδων του πολύπλευρου συνθέτη, και μάλιστα όχι μόνο σχετικά με την ερμηνευτική εμβάθυνση στο ύφος του Αντωνίου, που ομολογημένα από τις ίδιες προσπόρισε στο κουαρτέτο L' Anima των ερμηνευτριών (Στέλλα Τσάνη, Μπρουνίλντα - Ευγενία Μάλο, Ελευθερία Τόγια, Λευκή Κολοβού), αλλά και αναφορικά με το διαφωτιστικό δίγλωσσο κείμενο του μεστού σε πληροφορίες συνοδευτικού δελταρίου του δίσκου.

Συναρπαστική, όπως εξ άλλου αναμενόταν από όσους μας τουλάχιστον γειτονεύσαμε κάποτε ραδιοφωνικά μαζί του, απέβη η ανάλυση των έργων από τον πιανίστα και συνθέτη Χρίστο Παπαγεωργίου, με το χαρακτηριστικό στοιχείο του αυτοσχεδιαστικού αυθορμητισμού στον λόγο του (το μόνο που μας προβληματίζει, εν προκειμένω, είναι η αναπόδραστη υποψία μας ότι η ευπρόσδεκτη αναμετάδοση του γεγονότος από τον μετά την ΕΡΤ ραδιοφωνικό σταθμό του, οποίου σήμερα ηγείται, οφείλεται μόνο και μόνο στη δική του συμμετοχή στην εκδήλωση...).

Συμπληρωματική του προλαλήσαντος και σε αυτονοήτως προσωπικούς τόνους υπήρξε και η μακροσκελής εισήγηση του διαπρεπούς πιανίστα και παιδαγωγού Κωστή Γαϊτάνου, που επικαλέσθηκε κοινή πορεία έξι δεκαετιών με τον Αντωνίου, προκειμένου να ανατρέξει σε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά και να επιχειρήσει μια σύνοψη της συνολικής προσφοράς του στη λόγια ελληνική μουσική.

Με τον δικό του, χαμηλών τόνων αλλά ευκρινών θέσεων λόγο, ο ίδιος ο Θεόδωρος Αντωνίου επέλεξε να εισαγάγει την ευχαριστήρια παρέμβασή του με συμβουλές προς διδάσκοντες, υπενθυμίζοντας, έστω και εκ περισσού, ότι είναι ένας από τους ελάχιστους στον ελλαδικό χώρο που διεκδικούν τη διαμόρφωση σχολής «υιών και εγγονών» του, όπως ο ίδιος τρυφερά τους χαρακτήρισε.

Σε ένα κήρυγμα παραγωγικότητας και αδέσμευτης αξιοποίησης των «συστημάτων» ως εργαλείων παραγωγής μουσικής και όχι ως αυτοσκοπών από τους νέους, ο Αντωνίου διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει να γράφει μουσική όσο οι δυνάμεις του το επιτρέπουν, και μάλιστα, κατά τη δική του ευθύβολη διατύπωση, «όχι τη μουσική που γνωρίζει, αλλά εκείνη που δεν γνωρίζει».

Υπό μίαν έννοια αυτή η τελευταία αποστροφή του λόγου του, που είχε ήδη σημανθεί στις παρεμβάσεις Κονιτόπουλου και Παπαγεωργίου, καταδείχθηκε με ενάργεια και στο τριμερές 7ο κουαρτέτο εγχόρδων που ακολούθησε σε πρώτη παγκόσμια παρουσίαση ενώπιόν μας, και πάλι από το αφοσιωμένο κουαρτέτο L' Anima, για το οποίο το συνέθεσε.

Αυτό που εντυπωσίασε από τα πρώτα μέτρα του Κουαρτέτου είναι η ελευθερία της συνθετικής σκέψης αυτού του έμπειρου τεχνίτη, η αδιόρατη και ευχερής μετακίνηση από σελίδες του πλέον τολμηρού πειραματισμού σε παραπομπές στην εθνική μας μουσική παράδοση ή, όπως στο βαθυβίωτο β' (αργό) μέρος, σε θραυσματικές αλλά θαρραλέα αρθρωμένες νοσταλγικές επικλήσεις σε ένα τρυφερό ρομαντισμό άλλης εποχής ή και ουτοπίας.

Σε όλη τη διαδρομή η μουσική, όσο αψήφιστους δρόμους κι αν διεκδικούσε, παρέμεινε ευρηματική, γεμάτη σταυροδρόμια και εκπλήξεις που ανέκυπταν αβίαστα και πηγαία, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και ναρκισσισμού.

Το διαμέτρημα του συνθέτη Αντωνίου, κατά την άποψή μας, δηλώθηκε αδιάψευστα και σε αυτό το νέο του έργο, και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Εν πρώτοις, σε εκείνο του δεινού χειρισμού της καταληκτικής κίνησης με την υποβλητική καταληκτική εκβολή της μουσικής σε μιαν αποκλιμάκωση προς τη σιγή πλήθουσα ανοιχτών ερωτημάτων. Και φυσικά στο συνολικό μυστικό συστατικό μιας συνταγής που του επιτρέπει να εκπέμπει με τη μουσική του βιώματα και συναισθήματα, στόχος σταθερά δυσπρόσιτος για την από δεκαετιών στεγνή εγκεφαλικότητα της τότε και νυν «πρωτοπορίας».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0