Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η ευτυχία είναι, σύμφωνα με τον συγγραφέα Πωλ Όστερ, που πρόσφατα επισκέφθηκε την Ελλάδα, γεγονός απροσδόκητο, που δεν βασίζεται στη μεθόδευσή του, αλλά απλώς προκύπτει, προκειμένου να αναιρεθεί σε κάποιαν άλλη, εξ ίσου τυχαία, στιγμή και ενδεχομένως να επανακάμψει σε αντιστοίχως απρόβλεπτη περίσταση.
Στη χώρα στην οποία η μεθόδευση, ως καλώς εννοούμενη στρατηγική, αποτελεί λέξη όχι μόνον άγνωστη, αλλά και οχληρή, η υπόθεση του μπαρόκ υπήρξε αναπάντεχη ευτυχία για όσους ζήσαμε από κοντά τη γέννησή της. Μια ευτυχία με ευνοϊκή επιρροή στην σήμερα ευρισκόμενη σε οικονομική στενωπό βιωσιμότητας Καμεράτα - Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής, τον σχηματισμό, παρεμπιπτόντως, που διεκδικεί πρωτείο ποιότητας και οικουμενικότητας στελέχωσης στην Ελλάδα. Μέσα από το μπαρόκ και τον εναγκαλισμό του από τον αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου, η Ορχήστρα διασφάλισε όχι μόνον αποκλειστικό πεδίο θεματικής δράσης στο πλαίσιο μιας βεβαρημένης πολιτιστικής πραγματικότητας, αλλά και αξιοποιήθηκε για σημαντικές δισκογραφικές εργασίες που διέδωσαν την ύπαρξή της στο διεθνές μουσικό περιβάλλον.
Το γεγονός ότι εξακολουθεί να υφίσταται το ενδεχόμενο ευθείας ή έμμεσης αναστολής της λειτουργίας της Ορχήστρας για χρηματοδοτικούς λόγους συνιστά αφ' εαυτού αποδεικτικό στοιχείο της βαθιάς αξιακής κρίσης που συνοδεύει αλλά δεν υπαγορεύεται από την οικονομική.
Σε παρόμοιο οχληρό περίγραμμα εμφανίστηκε η «Καμεράτα» το βράδυ της 23ης Οκτωβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε μια σειρά από κοντσέρτα και άριες συνθετών του μπαρόκ και της κλασικής εποχής, πλαισιώνοντας τέσσερις από τους σημαντικότερους και πλέον ιδιωματικούς εκπροσώπους της φωνητικής κατηγορίας, την οποία αδιακρίτως συνοψίζουμε με τον όρο «κόντρα τενόροι».
Την ποικιλία της φωνητικής έκτασης, της ηχοχρωματικής διαφοροποίησης και της χαρακτηρολογικής συνάφειας που μπορεί να υποκρύπτει αυτή η συλλήβδην προσηγορία αποκάλυψε η παρέλαση των διάσημων αυτών ερμηνευτών, έστω και αν η πρόσφατη επιστροφή μας από το Πεκίνο και η εξ αυτής διατάραξη των βιορυθμών μας εμπόδισε την έγκαιρη προσέλευσή μας στη συναυλία.
Ήδη πριν από το διάλειμμα η αντιπαράσταση των δύο προσονομασθέντων ως «caro Sassone» προσέλαβε αυξημένο ενδιαφέρον μέσα από τις τόσο διακριτές φωνητικές ταυτότητες του -οικείου μας από παλαιότερες αθηναϊκές εμφανίσεις του- Max Emanuel Cenčić (γεν. 1976), ως Σέστο στην όπερα «La Clemenza di Tito» (Η Μεγαλοψυχία του Τίτου, 1759) του Johann Adolf Hasse (1699; - 1783), και του Yuriy Mynenko (γεν. 1979), ως Ρινάλντο στην ομώνυμη πρώτη λονδρέζικη όπερα (HWV 7, 1710) του Georg Friedrich Haendel (1685 - 1759).
Οι επιφυλάξεις που έχουμε κατά καιρούς εκφράσει για τον κροατικής καταγωγής αυστριακό καλλιτέχνη δεν επιβεβαιώθηκαν εν προκειμένω, αφού το τραγούδι του χαρακτήρισε έξοχη μουσικότητα και δεξιοτεχνική ασφάλεια, αρετές που επιβεβαιώσαμε και στην άρια από την όπερα του Antonio Vivaldi «La verità in cimento» (RV 739, 1720), η οποία κόσμησε το β' μέρος μέσα από την άψογης γραμμής ερμηνεία του.
Εμφανίσεις στην Ελλάδα καταγράφει και ο Ουκρανός Μινένκο, νικητής διαγωνισμών που φέρουν τα λαμπρά ονόματα των υψιφώνου Antonina Neshdanova, βαθυφώνου Boris Gmyrya και τενόρου Anatoli Solovyanenko, με την αδρή, ηρωική σκηνική παρουσία να συμπληρώνει ιδεωδώς τη ζωηρή του φωνογένεια στη γεμάτη πάθος μουσική του Χαίντελ.
Σε μόλις μία άρια από τον καθένα τους και αποκλειστικά στο δεύτερο μέρος της συναυλίας χρειάστηκε να περιοριστούμε για τους άλλους δύο φιλοξενούμενους. Φωνή λεπτή αλλά διόλου ανίσχυρη, εκείνη του κορεατικής προέλευσης και αμερικανικής παιδείας Vince Yi κατέγραψε το στίγμα της σε μιαν άρια από τον «Ξέρξη» (Serse, HWV 40, 1738), επίσης του Χαίντελ, και μας έχει έκτοτε θέσει στη διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεών του, ιδίως για την ιδιαίτερη χροιά που είναι δυνατόν να προσπορίζει σε ρόλους η ανατριχιαστική νεανικότητα του ηχοχρώματος.
Σε αντίθετη βιωματική κατεύθυνση, αλλά με ανάλογο ενδιαφέρον, κινήθηκε η παρουσία του Καταλανού Xavier Sabata (γεν. 1976) σε μιαν άρια του Αγαμέμνονος από την ομολογουμένως άγνωστή μας «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (Ifigenia in Aulide, 1735) του Niccolò Porpora (1686 - 1768), που ο πρώην σαξοφωνίστας διαχειρίστηκε με την παρακμιακή φωνητική υποκριτική του πρόσφατου δίσκου του υπό τον εύγλωττο συλλογικό τίτλο «Bad guys», που περιοριζόταν όμως σε όπερες του Χαίντελ.
Οι τέσσερις καλλιτέχνες ολοκλήρωσαν το επίσημο πρόγραμμά τους σε ευφωνική σύμπραξη για ένα κουαρτέτο από την προσφάτως ανασυρθείσα από τη λήθη όπερα του Χάσσε «Romolo ed Ersilia» (1765) και, ως encore, πρόσφεραν στο κοινό το κοσμαγάπητο «Λάργκο» από τον προμνησθέντα «Ξέρξη» σε εκδοχή για τέσσερις φωνές. Το καλαίσθητο αποτέλεσμα πιστώνεται όχι μόνο στους ίδιους, αλλά και στην αδιαλείπτως λεπτοδουλεμένη παρουσία της Ορχήστρας υπό την ασφαλή μπαγκέτα του Πέτρου, είθε υποσχετική νέων καταχωρήσεων στη διεθνή δισκογραφία...