Του Κωνσταντίνου Κατερινόπουλου
Ο πρόεδρος του κόμματος, μετά την ιστορική νίκη της Αριστεράς στις εκλογές της 25.5, με την πρώτη θέση του ΣΥΡΙΖΑ με διαφορά 4%, σε συνδυασμό με τη μεγάλη, κατά 11% και πλέον, αθροιστική πτώση των κομμάτων της συγκυβέρνησης, έθεσε το πολιτικό ζήτημα της ανάγκης διεξαγωγής πρόωρων εθνικών εκλογών στον άμεσο χρονικό ορίζοντα.
Ο πρωθυπουργός και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, παρά τη μεγάλη μείωση της δύναμης των κομμάτων τους, κατά το 1/3 του ΠΑΣΟΚ και κατά το 1/4 της Νέας Δημοκρατίας, με τις δηλώσεις τους το βράδυ των εκλογών θεώρησαν περίπου ότι νίκησαν και ότι πάντως δεν συντρέχει λόγος διεξαγωγής εθνικών εκλογών. Μάλιστα, στελέχη των κομμάτων τους δηλώνουν κατηγορηματικά ότι στις αρχές του 2015 η παρούσα Βουλή θα εκλέξει και Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη συνέχεια θα εξαντλήσει την τετραετή θητεία της.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, στην επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την επομένη των εκλογών, έθεσε το πολιτικό ζήτημα της ανάγκης ανανέωσης της λαϊκής εντολής, ενόψει και της μεγάλης πρόκλησης που συνιστά η αναδιαπραγμάτευση του χρέους από το φθινόπωρο, το οποίο οπωσδήποτε αποτελεί σπουδαίο εθνικό ζήτημα. Είναι φανερή σε όλους η ανάγκη η Ελλάδα να εκπροσωπείται από μια κυβέρνηση με πρόσφατη λαϊκή εντολή.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους και συνολική επίλυση των χρεών στην Ευρωζώνη μέσα από μια διάσκεψη ανάλογη του Λονδίνου του 1953, καθώς και την οριοθέτηση της διαδικασίας αποπληρωμής του τμήματος που δεν θα διαγραφεί με ρήτρα ανάπτυξης, είναι στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με αυτή της κυβέρνησης, η οποία αποδέχεται το πλαίσιο που έχει θέσει η Γερμανία περί επιμήκυνσης της αποπληρωμής του, σε τεράστιο βάθος χρόνου, με αντίστοιχη επιμήκυνση της καταστροφικής λιτότητας, της ύφεσης και της ανεργίας.
Είναι σαφές ότι, κατά το άρθρο 41 Σ, η διάλυση της Βουλής για την αντιμετώπιση σπουδαίου εθνικού ζητήματος γίνεται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για το αποτέλεσμα και να αποδεχθεί το αίτημα των εκλογών. Άλλωστε και ο Αντ. Σαμαράς έθεσε ως προεκλογικό δίλημμα τη νίκη του κόμματός του, ως προϋπόθεση για τη συνέχεια της κυβέρνησής του, αλλά στη συνέχεια υπαναχώρησε. Το ίδιο και ο Ευ. Βενιζέλος, που, ενώ θα πήγαινε ο ίδιος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να θέσει θέμα εκλογών, τώρα επιτέθηκε στον Αλέξη Τσίπρα, λέγοντας ότι υπέβαλε αίτημα «αντισυνταγματικό».
Προφανώς και δεν υπάρχει αίτημα αντισυνταγματικό, διότι μόνο αποφάσεις ή πράξεις της κυβέρνησης μπορεί να είναι αντισυνταγματικές. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα διαλύσει τη Βουλή για εθνικό ζήτημα ο ίδιος χωρίς πρόταση της κυβέρνησης μόνο γιατί του το προτείνει η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά στο πλαίσιο του άρθρου 30 Σ, που ορίζει ότι «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος», έχει την πολιτειακή αρμοδιότητα να θέσει στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό το αίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι είναι αναγκαίες οι εθνικές εκλογές, διότι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές με 4%, αλλά και στην Περιφέρεια Αττικής με 51%, καθιστά φανερή τη διαφορετική βούληση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος και την αναντιστοιχία της με την κυβερνητική πολιτική στο κορυφαίο εδώ και τέσσερα χρόνια εθνικό ζήτημα της χώρας, την πολιτική για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους.
Είναι σαφές ότι το αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ για πρόωρες εκλογές, διατυπωμένο πλέον προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά την υπαναχώρηση Σαμαρά και Βενιζέλου, όχι μόνο κινείται απόλυτα εντός των συνταγματικών διατάξεων, αλλά υλοποιεί την ίδια την κορυφαία συνταγματική αρχή περί λαϊκής κυριαρχίας, η οποία εκφράζεται πρωτίστως με την εκλογή της Βουλής και στηρίζεται στην αντιπροσώπευση του λαού σε αυτήν. Η αντιπροσώπευση, κατά το Σύνταγμα, έχει δυναμικό χαρακτήρα (προβλέπεται η πρόωρη διάλυση σε πλείστες περιπτώσεις) και όχι στατικό (όπως οι εκλογές για το Κογκρέσο στις ΗΠΑ) και βέβαια κρίνεται η αντιστοιχία της με την εκφρασμένη λαϊκή βούληση. Άλλο το ζήτημα ότι τυχόν αναντιστοιχία από μόνη της δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο εθνικών εκλογών, αλλά πάντως αποτελεί λόγο στη δεδομένη πολιτική συγκυρία, ενόψει σπουδαίου εθνικού ζητήματος. Αντίστοιχα, το 2009, στις ευρωεκλογές, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε με 4 μονάδες και τον Σεπτέμβριο ο Καραμανλής ζήτησε από τον ΠτΔ πρόωρες εκλογές δύο χρόνια μετά τις προηγούμενες και αμέσως πριν από την επερχόμενη και τότε προεδρική εκλογή.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να θέσει στον πρωθυπουργό το αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το εάν απλώς θα το θέσει ή εάν θα του δηλώσει παράλληλα ότι και ο ίδιος το αντιμετωπίζει ως εύλογο ή μη, ανήκει στη ρυθμιστική του αρμοδιότητα. Περαιτέρω είναι προφανές ότι εάν ο ΠτΔ μεταφέρει στον πρωθυπουργό ότι και για εκείνον μοιάζει εύλογο το αίτημα των πρόωρων εκλογών, τότε είναι σαφές ότι τυχόν άρνηση του πρωθυπουργού να προτείνει διάλυση της Βουλής τον φέρνει αντιμέτωπο με μια κορυφαία πολιτική ευθύνη, αφού αρνείται την ανάγκη αντιμετώπισης σπουδαίου εθνικού ζητήματος από μια κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή.
Είναι φανερό ότι η περί αντισυνταγματικότητας του αιτήματος θέση του Ευ. Βενιζέλου όσο και η αποστροφή του Σ. Κεδίκογλου ότι δήθεν η σχετική πρόβλεψη καταργήθηκε πριν από 28 χρόνια (αναφερόμενος στη διάταξη σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο ΠτΔ έκρινε αναγκαία τη διάλυση της Βουλής για πολιτικούς λόγους) είναι φτηνές υπεκφυγές από το πρόβλημα με επικάλυψη νομικισμού, στον οποίον αρέσκεται η κυβέρνηση.