Επανέρχομαι στην Αθήνα και τον Δήμο της. Αθεράπευτα Αθηναίος, αμετανόητος κάτοικος του κέντρου, αφού με μεγάλωσαν η πλατεία Κουμουνδούρου με την περιβόητη στέρνα της και η Ομόνοια με τις κυλιόμενες σκάλες της. Αυτά ήταν τα παιγνίδια μας, οι διακοπές μας, οι παιδικές μας χαρές, τουλάχιστον για όσους γεννηθήκαμε μέσα στη δραματική δεκαετία του '50.
Η Αθήνα δέχτηκε και δέχεται πολλαπλά χτυπήματα που διατάραξαν τις ισορροπίες της και μαζί και τις δικές μας που την κατοικούμε. Μια η εσωτερική μετανάστευση του '50 και του '60 με την αντιπαροχή (παγκόσμια πρωτοτυπία), μια η εγκατάλειψη της πόλης χάριν της μόδας των προαστίων, μια οι συντελεστές δόμησης και από τη δεκαετία του '70 η παράδοση της πόλης στο ΙΧ, βάλθηκαν να ασχημύνουν τη «διαμαντόπετρα στο δακτυλίδι της γης», όπως την τραγούδησε με την πένα του ο Παλαμάς.
Αλλά η πόλη αυτή αντέχει... Έχει κάτι σαν φυλακτό, κάτι που την τελευταία στιγμή καθαρίζει την κατάσταση και σώζει την παρτίδα. Τι είναι αυτό το μαγικό φίλτρο; Είναι ένα μυστικό που κρύβει αιώνες τώρα και το ξεδιπλώνει κάθε φορά που πρέπει να αμυνθεί. Σήμερα αυτό το μεγάλο όπλο είναι τα νιάτα. Είναι οι χιλιάδες νέοι και νέες -οι πιο πολλοί δυστυχώς στην ανεργία- που δεν αφήνουν την ελπίδα να χαθεί. Εκείνοι που επιχειρούν να επιβάλουν το ποδήλατο σε μια πόλη αφιλόξενη για τους ποδηλατιστές. Που δημιουργούν πολιτισμό με τους δικούς τους κώδικες, τη δική τους γλώσσα, στα στέκια των παραδοσιακών συνοικιών, στο Γκαζοχώρι, στου Ψυρρή, στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια.
Είναι τα αγόρια και τα κορίτσια της Αθήνας που γυρίζουν την πλάτη στις σειρήνες του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που μετέχουν με τη ζωντάνια τους στις δομές αλληλεγγύης. Είναι αυτοί που πλημμυρίζουν τους πεζόδρομους της Αποστόλου Παύλου και της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Που συναντώνται, συζητούν, τραγουδούν και παίζουν μουσική, ερωτεύονται, χαίρονται την ομορφιά του πολιτισμού μας, δείχνοντας σε όλους τη ζωτική σημασία (και ανάγκη) των δημόσιων χώρων. Που χαρίζουν στους τοίχους της πόλης εκείνα τα καταπληκτικά γκράφιτι. Σε αυτά τα νιάτα ο Δήμος οφείλει να στηρίξει ελπίδες, να αναθέσει συγκεκριμένο έργο, να αξιοποιήσει τις δυνάμεις τους, να βρει μορφές σύνδεσής τους με την αυτοδιοίκηση.
Καθώς έγραφα αυτές τις σκέψεις, ενός Αθηναίου της πίσω αυλής της Αθήνας (έτσι πολιτογραφήθηκε το σύμπλεγμα των δυτικών συνοικιών της πρωτεύουσας), αναρωτήθηκα πώς θα έπρεπε να αντιδράσει στα παλιά και σύγχρονα προβλήματα της πόλης μια δημοτική αρχή εμπνευσμένη από την Αριστερά με επικεφαλής ένα νέο πρόσωπο που αναπέμπει αισιοδοξία και ελπίδα. Λόγου χάρη, πώς θα απαντούσε στο τεράστιο αυτό πακέτο που ονομάζεται ασφάλεια; Πρώτα απ' όλα να δεχτούμε ότι είναι υπαρκτό πρόβλημα που ταλανίζει την καθημερινότητα του πολίτη και στρεβλώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Αλλά η δική μας απάντηση είναι ότι η ασφάλεια του καθενός και της πόλης μας συνολικά έχει τρεις παραμέτρους αλληλένδετες: τον σεβασμό στα δικαιώματα, την αλληλεγγύη και την αποτροπή της δημιουργίας γκρίζων ζωνών, δηλαδή τη διατήρηση της ενότητας της πόλης. Και αστυνόμευση; θα ρωτήσει κάποιος. Και αστυνόμευση, όπου και όπως χρειάζεται, αλλά υπό τον απαράβατο όρο ότι θα πρόκειται για υπεύθυνο δημοκρατικό χειρισμό από υπεύθυνα και ελεγχόμενα όργανα.
Ο Δήμος της Αθήνας είναι ένας τεράστιος οργανισμός που απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους και οφείλει να παράγει έργο για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Διερχόμενους, επισκέπτες, εργαζόμενους, κατοίκους, τουρίστες, μετανάστες. Σε άτομα με ειδικές ανάγκες, σε γονείς που συνοδεύουν μικρά παιδιά, ηλικιωμένους με δυσκολίες μετακίνησης, περιθωριακούς και έναν σωρό ποικιλώνυμες κοινωνικές ομάδες. Ο ρόλος της δημοτικής αρχής είναι όλοι και όλες να εξασφαλίζουν εύκολη και ασφαλή πρόσβαση στην πόλη, στο κέντρο, στις υπηρεσίες, στα μέσα μεταφοράς. Να έχουν θέση κάτω από τον ήλιο της Αθήνας.
Αυτά τα λίγα (;) για την ώρα. Καλό κουράγιο στον Γαβριήλ και μαζί στη Ρένα Δούρου ως υποψήφια περιφερειάρχη. Θα έχουν σε πολλά να συνεργαστούν και κυρίως να ενεργοποιήσουν τον πολίτη.