Κι εκεί που ασχολούμασταν με χίλια-δυο, ενέσκηψε το Κυπριακό. Και μαζί αναδύθηκαν τα αντανακλαστικά που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο του Σχεδίου Ανάν και ανασυστάθηκαν θέσεις και μετερίζια μη λαμβάνοντας υπόψιν την κρίση και τις συνακόλουθες πολιτικές προοπτικές. Για να μπορούμε λοιπόν να συζητήσουμε, χρειάζεται να συνομολογήσουμε κάποιες παραδοχές.
Ζήτημα πρώτο: Το Κυπριακό στη σημερινή του μορφή έχει δημιουργηθεί μετά από πόλεμο. Δεν γίνεται λοιπόν να επανέλθει στην πρότερή του κατάσταση (που ήταν εκρηκτική, έτσι κι αλλιώς) με αμιγώς διπλωματικά μέσα, άρα ούτε και να κρίνουμε τα τελευταία βάσει αυτής της προσδοκίας. Επομένως, ή επιδιώκει κανείς τα μέγιστα δυνατά οφέλη με τη διπλωματική οδό ή μια νέα σύγκρουση.
Ζήτημα δεύτερο: Η οποιαδήποτε πρόταση προερχόμενη από τον ΟΗΕ δεν μπορεί να απορρίπτεται υπό το επιχείρημα ότι είναι σχέδιο των ιμπεριαλιστών που ευνοεί τους σχεδιασμούς τους. Το κρίσιμο είναι να βλέπουμε κάθε φορά τι περιλαμβάνουν αυτοί (άλλο οι σχεδιασμοί για την Γιουγκοσλαβία που αποσκοπούσαν στο ξέσπασμα του Εμφυλίου, άλλο για την Κύπρο που στοχεύουν σε μία καπιταλιστική ειρήνευση) και τις δυνατότητες που ανοίγονται μέσα από αυτούς για τη δική μας πάλη. Αν πάμε αυτό το επιχείρημα προς τα πίσω, τότε δεν θα έπρεπε να είχαν δεχτεί οι επαναστατικές δυνάμεις της Ελλάδας το 1827 τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, γιατί αποσκοπούσε στο να τεθεί το νέο κράτος υπό την ηγεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ζήτημα τρίτο: Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να αρνηθεί κανείς τα παραπάνω: να επιθυμεί την επίλυση του Κυπριακού μέσω σύγκρουσης. Κι αφού για έναν αριστερό δεν αποτελεί προοπτική ο «εθνικός» πόλεμος με την Τουρκία, υποθέτω πως το σχέδιο είναι η «από τα κάτω» ένωση της Κύπρου, μέσω μιας κοινωνικής εξέγερσης των δύο κοινοτήτων που θα οδηγήσει σε Λαϊκή Ένωση. Αν όμως κάποιος θεωρεί πως η Κύπρος θα πρέπει να ενωθεί μόνο με έναν τέτοιο τρόπο (περίπου ως σοσιαλιστική ένωση δηλαδή) αλλιώς καλύτερα να μείνει ως έχει, τότε θα πρέπει να το πει, όπως και το πού βλέπει τις σχετικές προϋποθέσεις.
Ζήτημα τέταρτο: Για την Αριστερά δεν υπερισχύει κανένα «εθνικό» κριτήριο. Για εμάς δεν υπάρχουν απλώς οι δύο κοινότητες, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Επομένως, απαγορεύεται απολύτως να διατυπώνει κανείς προτάσεις χωρίς να τεκμηριώνει το πώς αυτές θα συμβάλουν στη βελτίωση των όρων ζωής και των Τουρκοκύπριων εργαζόμενων. Ομοίως, δεν μπορεί να επιχαίρει για το «Όχι» του 2004, ξεχνώντας πως η πλειονότητα (65%) των Τουρκοκυπρίων ήταν με το «Ναι». Δεν μπορεί δηλαδή ούτε να αγνοεί ότι στο Ελληνοκυπριακό «Όχι» δεν ήταν κυρίαρχος ο αντιιμπεριαλισμός αλλά ένας εξαιρετικά οξυμμένος υπερπατριωτισμός, ούτε ότι το 35% του τουρκοκυπριακού «Όχι» προερχόταν από υποστηρικτές του Ντενκτάς. Δεν γίνεται να κλείσουμε τα μάτια στο ότι το 65% των Τουρκοκυπρίων που ψήφισαν το «Ναι» επιθυμούσαν να ξεφύγουν από τη δεσποτεία του Ντενκτάς, της Τουρκίας και των Γκρίζων Λύκων αλλά και να περάσουν στην Ε.Ε.
Ζήτημα πέμπτο: Για την Αριστερά υπάρχει πάντα η σοσιαλιστική προοπτική. Και σήμερα υπάρχει και η κρίση. Επίσης, η προοπτική κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα. Ρωτάμε λοιπόν: Η σοσιαλιστική προοπτική ευνοείται από τη σημερινή κατάσταση στην Κύπρο, με τους εργαζόμενους των δύο κοινοτήτων να τίθενται αντιμέτωποι; Η κρίση που δημιουργεί την ανάγκη σε ΗΠΑ και Τουρκία να διευθετηθεί το Κυπριακό αποτελεί πεδίο εκμετάλλευσης μόνο από την πλευρά των κυρίαρχων; Πού χάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα του μαρξισμού, αυτό για τις ποικίλες αντιφάσεις του καπιταλισμού και, ειδικά του Λένιν, για την εκμετάλλευσή τους; Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα είναι προτιμότερο να οργανώνει τη συνεργασία της στο πλαίσιο των διεθνών της σχέσεων (είτε εντός, είτε εκτός Ε.Ε.) με μία ενιαία Κύπρο ή με ένα κράτος δισυπόστατο, με μεγαλύτερη αδυναμία χάραξης ενιαίας πολιτικής;
Αυτά τα ολίγα. Επί της αρχής και καταρχάς. Για να συνεχίσουμε να συζητάμε.
_________________
*Ο Στ. Παναγιωτίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. (Εκτενέστερη εκδοχή του άρθρου στο www.barikat.gr).