Live τώρα    
ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ / Οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή της χονδρικής - Γιατί δεν μειώνεται ο λογαριασμός;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ / Οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή της χονδρικής - Γιατί δεν μειώνεται ο λογαριασμός;

Ανεμογεννήτριες
EUROKINISSI/ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (Φωτογραφία αρχείου)

Με κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν το τμήμα Ενέργειας & Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ο τομεάρχης του, Μίλτος Ζαμπάρας, υπογραμμίζουν ότι, αν και οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας συμβάλλουν στη μείωση της χονδρικής τιμής του ρεύματος λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής τους, αυτή η μείωση δεν φτάνει ουσιαστικά στους λογαριασμούς των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Όπως αναφέρεται, η τιμή του ρεύματος επιβαρύνεται από πρόσθετες χρεώσεις και κυρίως από το υψηλό κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, το οποίο έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα, ακόμη και σε ώρες μεγάλης παραγωγής από τις ΑΠΕ, συνεχίζουν να λειτουργούν θερμικές μονάδες με υψηλές αποζημιώσεις, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω το τελικό κόστος.

Επιπλέον ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ασκεί σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, σημειώνοντας ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν έχουν βελτιωθεί σε σχέση με το 2019, αλλά αντίθετα η χώρα έχει γίνει ακριβότερη συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις.

Επίσης επισημαίνεται ότι τα κέρδη των μεγάλων ενεργειακών εταιρειών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ η ελληνική βιομηχανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει πολύ υψηλότερο ενεργειακό κόστος από χώρες όπως η Βουλγαρία και η Γερμανία.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προτείνει περισσότερη διαφάνεια στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, περιορισμό των υπερκερδών στην αγορά και καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών εργαλείων στήριξης, με στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για την κοινωνία και την οικονομία.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Σε πρόσφατη ανάρτησή του στην πλατφόρμα LinkedIn, ο υφυπουργός Ενέργειας κος Τσάφος παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM) στο Χρηματιστήριο Ενέργειας μειώνεται όταν αυξάνεται η διείσδυση των ΑΠΕ. Πρόκειται για μια τεχνικά ορθή και απολύτως αναμενόμενη διαπίστωση. Οι ΑΠΕ, λόγω του χαμηλού οριακού κόστους παραγωγής τους, συμβάλλουν στη μείωση της τιμής της αγοράς επόμενης ημέρας.

Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα είναι αν αυτή η μείωση μεταφέρεται τελικά στον λογαριασμό κατανάλωσης, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τα νοικοκυριά. Δυστυχώς, η πραγματικότητα δείχνει ότι αυτό δεν συμβαίνει, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα έπρεπε.

Σε δεύτερη ανάρτησή του, ασκώντας κριτική σε πρόσφατη έρευνα της The Green Tank για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καταλήγει να επαναλαμβάνει τον μύθο περί βελτίωσης των τιμών ρεύματος ως αποτέλεσμα της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας.

Έναν μύθο που, δυστυχώς για πολίτες και επιχειρήσεις, απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα.

Πιο συγκεκριμένα:

Α. Γιατί δεν φτάνουν οι μειωμένες τιμές των ΑΠΕ στην κατανάλωση

Η τιμή της χονδρικής δεν περιορίζεται μόνο στην τιμή της Αγοράς Επόμενης Ημέρας (DAM/MCP), την οποία χρησιμοποιεί συστηματικά για συγκρίσεις ο κ. Τσάφος. Επιβαρύνεται από μια σειρά πρόσθετων χρεώσεων και μηχανισμών, κυρίως μέσω των λεγόμενων ΛΠ1, ΛΠ2 και ιδιαίτερα του ΛΠ3, που συνδέονται με το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος.

Το σύνολο αυτών των προσαυξήσεων αυξήθηκε από περίπου 13 €/MWh το 2023 σε περίπου 21 €/MWh το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, προσαυξάνοντας τη χονδρική τιμή κατά περίπου 20%. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που μεταφράζεται σε συνολικό κόστος για την αγορά της τάξης των 1,2 δισ. ευρώ.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, στις ώρες πολύ υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες όταν η τιμή της DAM υποχωρεί σημαντικά, παρατηρείται ταυτόχρονα εκτίναξη του ΛΠ3, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασε ακόμη και τα 80 €/MWh, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΝΕΧ και του ΑΔΜΗΕ.

Χαρακτηριστικό είναι το σχετικό διάγραμμα:

Διάγραμμα 1
(Γραφείο Τύπου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία της αγοράς εξισορρόπησης. Την ίδια στιγμή που περικόπτεται παραγωγή από ΑΠΕ λόγω αδυναμίας απορρόφησης της ενέργειας, στο σύστημα παραμένουν σε λειτουργία πάνω από 1.000 MW θερμικών μονάδων, πολλές φορές υπό καθεστώς «constrained», δηλαδή με αποζημίωση τύπου «pay as bid» (στην τιμή που δηλώνουν οι ίδιες), γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις εκτοξεύει τις τιμές στα 300 έως 400 €/MWh ή και υψηλότερα.

Με απλά λόγια, οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή της DAM, όμως μεγάλο μέρος αυτού του οφέλους χάνεται μέσα στο κόστος εξισορρόπησης και στις στρεβλώσεις της αγοράς, προτού φτάσει στον τελικό καταναλωτή.

Β. Βελτιώθηκαν οι τιμές ρεύματος από την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας;

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν έχουν βελτιωθεί σήμερα σε σχέση με εκείνες που παρέλαβε η Νέα Δημοκρατία το 2019. Αντίθετα, η σχετική θέση της χώρας έχει επιδεινωθεί.

Η κυβέρνηση παρέλαβε τιμές περίπου 28% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ σήμερα η διαφορά έχει περιοριστεί περίπου στο 18%, παρά τη σημαντική αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το β’ εξάμηνο του 2025.

Διάγραμμα 2
(Γραφείο Τύπου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

 

Η Ελλάδα το 2019 βρισκόταν στη 16η θέση της ΕΕ ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, σε όρους αγοραστικής δύναμης, για τα τυπικά νοικοκυριά της κατηγορίας ετήσιας κατανάλωσης 2.500 έως 5.000 kWh. Σήμερα η θέση αυτή έχει επιδεινωθεί, με τη χώρα να βρίσκεται πλέον στη 12η ακριβότερη θέση.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και για τις επιχειρήσεις. Στην κατηγορία κατανάλωσης 20 έως 70 MWh, η Ελλάδα από τη 16η θέση το 2019 βρίσκεται πλέον στη 10η ακριβότερη θέση στην ΕΕ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στηρίζει την ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Όμως, η μετάβαση αυτή οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και την παραγωγή και όχι να μετατρέπεται σε πεδίο υπερκερδών και στρεβλώσεων της αγοράς, που τελικά οδηγούν στην ακρίβεια και στην οικονομική ασφυξία νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Γι’ αυτό απαιτούνται άμεσα:

  • Ουσιαστική διαφάνεια στην αγορά εξισορρόπησης, με συστηματοποίηση των μηχανισμών εξισορρόπησης, σύμφωνα και με τις προτάσεις του ΑΔΜΗΕ. Ενδεχομένως και με προαγορά ισχύος και ενέργειας εξισορρόπησης, πάντοτε όμως μέσω διαφανών διαγωνιστικών διαδικασιών.
  • Επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης και στα δίκτυα.
  • Περιορισμός των ακραίων περιθωρίων κέρδους στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κέρδη EBITDA των βασικών εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, από περίπου 1,5 δισ. ευρώ το 2021, έχουν φτάσει περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ το 2024, ενώ εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα 4 δισ. ευρώ το 2025.

Μια τελευταία επισήμανση αφορά τη βιομηχανία και τη μεταποίηση, για τις οποίες τα αναγγελθέντα μέτρα, όπως για παράδειγμα οι ΥΚΩ, είναι επιεικώς ανεπαρκή.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί χώρες με πολύ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, όπως η Βουλγαρία με περίπου 62,5 €/MWh και η Γερμανία με περίπου 50 €/MWh, όταν στην Ελλάδα το αντίστοιχο κόστος κυμαίνεται μεταξύ 100 και 140 €/MWh.

Είναι εύλογο, λοιπόν, να τίθεται το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση δεν αξιοποιεί πλήρως τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης, όπως το εγκεκριμένο και πλέον διευρυμένο CISAF, το οποίο εφαρμόζεται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική ενεργειακή πολιτική. Μια πολιτική με διαφάνεια, κοινωνικό όφελος, στήριξη της παραγωγής και πραγματική μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για την κοινωνία και την οικονομία».

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0