Live τώρα    
Γιορτή Φώτων με σκότος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γιορτή Φώτων με σκότος

Γιορτή Φώτων με σκότος. Ο θάνατος του σημαντικού δημιουργού Νότη Μαυρουδή, εκτός των άλλων, είναι πολιτικό γεγονός, αφού πολλές γενιές οριοθετούνται με το σημαντικό έργο του, με το νηφάλιο πρόσωπό του και με την τραγική έλλειψη. Είναι πολιτικό γεγονός γιατί δεν αφορά απλώς πολλούς, αλλά το συλλογικό πνευματικό μας σώμα που διαπλάστηκε στο μουσικό και ηθικό κλίμα του λόγιου ελληνικού τραγουδιού. Του ελληνικού τραγουδιού που παρακολούθησε, σχολίασε, ανακατεύθυνε, αφομοίωσε σημαντικά πολιτικά γεγονότα και την κοινωνική ωρίμανση μιας μακράς ιστορικής περιόδου. Ιδίως του περάσματος από την παράνομη διωκόμενη Αριστερά στην Αριστερά της δημοκρατικής πάλης.

Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, στις πρώτες φάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, με τις έντονες πολιτικές ζυμώσεις και τις ανασφάλειες της περιόδου, οργανώθηκε μια συνάντηση του κόμματος με τους καλλιτέχνες και τους διανοουμένους του ευρέως αριστερού χώρου. Ήταν μαζική, με ένταση, γρήγορα η συζήτηση στράφηκε στις επιχορηγήσεις, τις πολιτικές του υπουργείου Πολιτισμού, με τα γνωστά θέματα ευνοιοκρατίας, κλειστών παρεών, κρατικοδίαιτων, παλατιανών καλλιτεχνών, επεκτάθηκε στις ανάγκες εξυγίανσης, ανοίγματος, εκδημοκρατισμού κ.λπ. Σε μια στιγμή ο Νότης Μαυρουδής σηκώθηκε και με χαμηλότονη δύναμη είπε: «Ωραία όλα αυτά, αλλά υπάρχουν και οι καλλιτέχνες που ουδέποτε έχουν ζητήσει τίποτα κι από κανέναν».

Μου έχει μείνει η πυκνή, ολιγόλογη παρέμβαση. Είπε αυτό που είχα να πω. Όντως η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών είναι μόνοι, αβοήθητοι, με μόνο εφόδιο το έργο τους. Αλλά μια τέτοια πυκνή (και συχνά ηρωική) μοναξιά τη μελοποίησε θαυμάσια και σχεδόν σιωπηλά ο Νότης Μαυρουδής. Εκεί βρίσκεται το κρίσιμο. Τη θεμελίωσε μουσικά, τη μετασχημάτισε σε μουσική πράξη. Ο συνθέτης και κιθαρίστας απέκλινε από το ρεύμα της «ηρωικής» μεταδικτατορικής κοινωνικής εξόδου, της νόμιμης πλέον νεοελληνικής μουσικής που στεγάστηκε κάτω από τον όρο «έντεχνο». Απέκλινε από το συναισθηματικό ρεύμα που διέγειρε ο Μίκης Θεοδωράκης (και στην υπερβολή του οποίου ο ίδιος ο Μίκης συχνά αντιδρούσε - βλ. «Λυρικά» σε ποίηση Λειβαδίτη ή «Μπαλάντες» σε ποίηση Αναγνωστάκη). Πλησιέστερα στις «νεοκυματικές» ευαισθησίες, στην μπαλάντα, ο Μαυρουδής ξεσήκωνε αλλιώς τα πλήθη: συγκινούσε. Ιδίως όταν άφηνε μόνη την κιθάρα (του) να καθοδηγεί και να σχολιάζει λαμπρές φωνές (ή φωνές που αποκτούσαν λαμπρότητα με τη μουσική του). Σε όλες τις φάσεις της πολιτικής περιόδου από τη δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα παρέμεινε αποκλίνων, δυσεύρετος, χαμηλόφωνος. Κάθονταν διακριτικά στην άκρη του μεγάλου κοινωνικού διαβήματος.

Στερείται η πατρίδα μας τη φυσική παρουσία, το ενσώματο πνευματικό παράδειγμα. Αυτή η (βίαιη) αφαίρεση, έλλειψη μετακινεί τον θάνατό του στην περιοχή του συλλογικού ερωτήματος, στην περιοχή της συλλογικής απορίας.

Οι πολιτικές θέσεις, οι αναμνήσεις, τα απέραντα κείμενα πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής, τα μεγάλα γεγονότα, οι οργανώσεις της Αριστεράς, οι καλλιτεχνικές παρέες, μέσω της μουσικής εμπειρίας συνθετών όπως ο Νότης Μαυρουδής, έγιναν κάτι πιο βαθύ από απλή συμμετοχή, από απλή αντίρρηση, από απλή μελαγχολία, από απλό εξεγερτικό αίσθημα. Όλα τα εξωτερικά πολιτικά γεγονότα και βιώματα μορφοποιήθηκαν, έγιναν κτήμα, συνήργησαν στην άτυπη, «καθημερινή» ποιότητα πολλών.

Φυσικά ένα κείμενο (θυμικής) γνώμης δεν αποτελεί ούτε μονογραφία ούτε καν πολιτικό σχόλιο. Εντούτοις, την ενεργοποίηση αυτού ακριβώς του ποιοτικού κέντρου που προσπάθησα να προσδιορίσω και που υπηρέτησε ο Νότης Μαυρουδής έχουμε απόλυτη ανάγκη. Για να πορευόμαστε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0