Live τώρα    
Ολόκληρο και όχι μισό το μίσος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ολόκληρο και όχι μισό το μίσος

Του Δημήτρη Σεβαστάκη

Διχοτομούν τον λαό ισχυριζόμενοι πως «αυξάνουν» τη χώρα. Το ίδιο έχουν πράξει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της Ιστορίας. Ο Εμφύλιος άλλωστε δεν έπαψε ποτέ. Αναδύεται και καταδύεται. Εκδηλώνεται και σιωπά. Ανάλογα με το ερέθισμα, ανάλογα με τη συνθήκη. Το έχει γράψει ωραία ο Χαριτόπουλος στον Άρη: «Η οπισθοφυλακή των Γερμανών έγινε η εμπροσθοφυλακή των Άγγλων», για να περιγράψει την πονηρή διάσπαση της χώρας, το τέχνασμα δημιουργίας των «από δω» ώστε να κατηγοριοποιηθούν (και αποκλειστούν) οι «από κει». Κάπως έτσι.

Αυτό που συμβαίνει στον τόπο μας δεν είναι πρωτοφανές. Και δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη. Παντού σαρώνει το λαϊκιστικό ρεύμα της απέχθειας προς τον άλλον. Είναι όμως σχετικά αναντίστοιχο με τη συνθήκη. Χρεοκοπήσαμε ως χώρα, αλλά φαίνεται ότι πως ισορροπία πάει, ή μπορεί, να ανακτηθεί. Αντίθετα. Σαν να μηρυκάζει και αναθερμαίνει ο κόσμος τη συσσωρευμένη πίκρα, τις οδύνες μιας αναφομοίωτης κατάρρευσης.

Είναι συχνά ανεξήγητο το μίσος. Η ανάγκη να δημιουργηθούν εχθροί. Η επιμέλεια στην παραγωγή ενόχων. Σχεδόν αυτόματα ταξινομείται κάποιος ως ένοχος μιας διαθεσιμότητας που δεν την έχει, μιας υστέρησης που του ελαττώνει τον πατριωτισμό, που του χαμηλώνει την αναγκαία ποσότητα θρησκευτικότητας, που τον κάνει χωλό ως προς τη μετοχή του στο συλλογικό διάβημα. Γρήγορα μπορεί να μεταταχθεί στη θέση του προδότη.

Το μίσος προϋπάρχει, απλώς βρέθηκαν οι κατάλληλες «συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως» για να εκραγεί. Και πριν τη χρεοκοπία υπήρχε η ζήλια για το καλύτερο αυτοκίνητο, για το μεγαλύτερο σπίτι, για την κοινωνική προβολή. Ωσάν το αγαθό του άλλου να ήταν ευθεία απόσπαση από σένα. Εν τούτοις, διάφοροι εξωραϊσμοί, κατά κάποιον τρόπο, κάλυπταν το αγκάθι. Λόγω ίσως μιας γενικής οικονομικής ή φαντασιακής ανόδου κάμπτονταν οι εχθρότητες.

Και παλιότερα γίνονταν εγκλήματα, οικογενειακές διαφορές, πιστόλια, κτηματικές διαφορές, καταπατήσεις, αλληλοκαρφώματα, ερωτικές συγκρούσεις. Υπήρχαν δίκες μεταξύ αδελφών που κρατούσαν όλη τους τη ζωή. Χρόνια και χρόνια στα δικαστήρια άνθρωποι φτωχοί είχαν βρει τον τρόπο να ζουν διά της αντιδικίας. Τους κρατούσε στη ζωή η άσβεστη σύγκρουση. Πόσα ταξίδια στο Εφετείο της Σύρου κάναμε με τον πατέρα μου για εφέσεις γιατί έμεναν αχόρταγοι και ανικανοποίητοι οι αντίδικοι. Απέραντες ώρες αναμονής να «τελειώσει ο μπαμπάς τη δίκη». Πέταγα στραγάλια απ' τον όροφο στους μανιασμένους αντιδίκους που στέκονταν στο αίθριο του υπέροχου κτηρίου των συριανών δικαστηρίων.

Και παλιότερα γίνονταν στυγερά εγκλήματα. Ομηρικοί καυγάδες στα φανάρια, μπορούσε να γίνει ένας φοβερός ξυλοδαρμός για ένα κλήμα, για μια σούδα, για το κοινόχρηστο νερό του χωριού ή για τη ζωοκλοπή.

Σήμερα όμως δεν είναι η ένταση, αλλά η μαζικότητα. Η επέκταση και μαζικοποίηση του μίσους. Σήμερα επίσης είναι η ιδεολογικοποίηση του μίσους. Η ένδυση με ένα επίχρισμα ιερότητας. Μίσος είναι, κανονικό. Αλλά επιστρατεύεται το ιδεολογικόμορφο πέπλο που το κάνει πιο βαθύ, πιο οξύ, πιο ανθεκτικό. Έχει πληγεί κάτι μέσα μας ανεπανόρθωτα. Αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη της αυριανής πολιτικής πραγματικότητας.

Προσφυγικό, "Μακεδονικό", απορρίμματα, οτιδήποτε άλλο επινοείται ώστε να μορφοποιηθεί το μίσος. Να βρει τα μέτρα του και τα σταθμά του. Να γίνει πολιτισμικό μέγεθος, να αποκτήσει σώμα και διαστάσεις. Και να βρει ο πολίτης τον τρόπο να υπάρχει δι' αυτού. Και να χάνεται απ' αυτό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0