Της Judy Dempsey*
Δεν έχει τέλος η κριτική από κορυφαίους Αμερικανούς οικονομικούς σχολιαστές, ιδίως του Πόλ Κρούγκμαν, σχετικά με το πώς χειρίζεται η Ευρώπη την ελληνική κρίση.
Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα υπάρξουν πολύ περισσότερες επικρίσεις μετά την περίπλοκη συμφωνία που έκλεισαν οι ηγέτες της Ευρωζώνης με την Αθήνα στις 13 Ιουλίου, έπειτα από 17 ώρες συνομιλιών πάνω στο πώς θα εισαγάγουν μεταρρυθμίσεις με αντάλλαγμα ένα νέο πακέτο διάσωσης.
Ο Κρούγκμαν δεν αγαπά ιδιαίτερα το κοινό νόμισμα της Ε.Ε., πόσο μάλλον κάθε φορά που βλέπει πως η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών της Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχουν προσπαθήσει να πείσουν τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, τον Αλέξη Τσίπρα, να εισαγάγει ευρείες μεταρρυθμίσεις.
Ο Κρούγκμαν και άλλοι οικονομολόγοι των ΗΠΑ πιστεύουν ότι οι σκληροί όροι που ζητήθηκαν από τη Μέρκελ και πολλούς άλλους ηγέτες της Ευρωζώνης είναι απλώς λανθασμένοι. Σύμφωνα με τους Αμερικανούς, αυτά τα μέτρα δεν θα κάνουν τίποτα για να βγει η Ελλάδα από τη μακρά της ύφεση. Δεν θα κάνουν τίποτα για την αξιοπιστία του ευρώ. Και δεν θα κάνουν τίποτα για να τονώσουν την ανάπτυξη σε όλη την Ε.Ε.
Ζήτημα στρατηγικής
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ωστόσο, βλέπει την ελληνική οικονομική κρίση και τον τρόπο που την χειρίζεται η Γερμανία υπό διαφορετικό πρίσμα σε σχέση με αυτούς τους οικονομολόγους. Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, η κρίση δεν έχει να κάνει μόνο με την αξιοπιστία των Ευρωπαίων να διαχειριστούν το τεράστιο αυτό οικονομικό πρόβλημα. Έχει να κάνει και με τις συνέπειες που θα έχει σε ασφάλεια και στρατηγική για την Ευρώπη και για τις ΗΠΑ.
"Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, το κράτος των ΗΠΑ εξετάζει την Ευρώπη υπό το πρίσμα της στρατιωτικής αλληλεγγύης με την Ευρώπη και το πλαίσιο-καθρέπτη της Ε.Ε. για την οικονομική αλληλεγγύη", εξήγησε ο Κριστόφ Μπλεντόφσκι, επικεφαλής οικονομολόγος και διευθυντής του συμβουλίου για τη Συμμαχία Κατασκευαστών για την Παραγωγικότητα και την Καινοτομία (ΜΑΡΙ).
Όπως το βλέπουν οι ΗΠΑ, "αυτή η μεγάλης κλίμακας επένδυση στην ευρωπαϊκή ειρήνη κρίνεται παγκοσμίως ως επιτυχημένη και ως καλά ξοδεμένα χρήματα" δήλωσε στο Carnegie Europe ο Μπλεντόσκι, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του ΔΝΤ.
Ως αμερικανικός οργανισμός που εστιάζει στις κατασκευές, την παραγωγικότητα και τις προκλήσεις της παγκόσμιας οικονομίας, ο ΜΑΡΙ παρατηρεί στενά την κρίση του ευρώ και τι σημαίνει για την Ευρώπη.
"Επιτυχημένη οικογένεια"...
"Σήμερα, ο μέσος, σχετικά καλο-πληροφορημένος Αμερικανός βλέπει την Ε.Ε. ως μια άκρως επιτυχημένη οικογένεια που μοιράζεται αξίες και χρήματα και διαχειρίζεται τα του μεγάλου της σπιτιού έξυπνα", πρόσθεσε ο Μπλεντόφσκι. "Σε αυτό το πλαίσιο, το να σώσουν την Ελλάδα κάνοντας 'οτιδήποτε και αν χρειάζεται' θεωρείται δεδομένο. Το ότι αυτό δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα, μπερδεύει πολλούς και εγείρει επικρίσεις".
Ο Νικολάους Χέινεν, οικονομολόγος της Deutsche Bank Research και ειδικός σε θέματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συμφωνεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία βλέπουν την ελληνική κρίση μέσα από διαφορετικούς φακούς.
"Η Γερμανία εξετάζει την Ελλάδα περισσότερο από τη σκοπιά της δημοσιονομικής πολιτικής, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την προοπτική της εξωτερικής πολιτικής", είπε ο Χέινεν στο Carnegie Europe. "Η Γερμανία δεν είχε την ίδια αντίληψη των γεωστρατηγικών θεμάτων όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε σχέση με την Ελλάδα".
Αλλά οι διαφορές υπερβαίνουν την ασφάλεια και τη στρατηγική. Υπάρχουν ουσιαστικές οικονομικές και φιλοσοφικές διαφορές μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Βερολίνου. Η αμερικανική άποψη εδράζεται στη ζήτηση της οικονομίας, η γερμανική άποψη βασίζεται στα οικονομικά της προσφοράς.
"Νέα ορθοδοξία"
Ο Μπλεντόφσκι υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η κεϋνσιανή θεώρηση κυριάρχησε στον διάλογο για την οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ. Αυτή η πολιτική επίσης αποτελούσε το σκεπτικό και για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, και οι περισσότερες άλλες ηπειρωτικές οικονομίες αγκάλιασαν ενεργητικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές για τη διαχείριση των κυκλικών διακυμάνσεων στη μεταπολεμική εποχή. Στην πραγματικότητα, αυτή η νέα ορθοδοξία εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο από τη στιγμή που η επιτυχία της έγινε εμφανής.
Αλλά όχι στη Γερμανία. Σύμφωνα με τον Μπλεντόφσκι, η Γερμανία παρέμεινε εξαίρεση, καθώς πάλευε να αποδεχθεί κεϋνσιανές ιδέες των αντικυκλικών πολιτικών. Αντ' αυτού, οι οικονομολόγοι και οι διαμορφωτές των πολιτικών της χώρας επέλεξαν μια ορντοφιλελεύθερη προσέγγιση. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η κοινωνική οικονομία της αγοράς βασίζεται στη βαριά αναδιανομή του εισοδήματος μέσω του κράτους, αλλά αποφεύγει διαχείριση ενεργής ζήτησης.
Ο Χέινεν συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με την άποψη αυτή. «[Η άποψη της Γερμανίας] ουσιαστικά αποτελεί έκφραση μιας διαφορετικής αντίληψης της οικονομικής πολιτικής στις χώρες της κρίσης», είπε. Η γερμανική προσέγγιση, που μοιράζεται με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, έχει μια πολιτική διάσταση. "Η διαφορά είναι τα χρήματα των φορολογουμένων. Οι περισσότεροι πολιτικοί ανησυχούν μήπως χάσουν ψήφους αν γίνει προφανές ότι ένα μέρος των δημόσιων δανείων προς την Ελλάδα δεν μπορεί να εξαργυρωθεί, " πρόσθεσε ο Χέινεν.
Οι Ευρωπαίοι οικονομολόγοι δεν πιστεύουν σε ένα αμερικανικού τύπου Σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα. Πράγματι, ούτε οι αμερικανικές οικονομολόγοι, εκτός και αν η Ελλάδα δεσμευτεί σοβαρά σε ένα σημαντικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, υποστήριξε ο Χέινεν.
Οι κανόνες και η ολοκλήρωση
"Οι περισσότεροι οικονομολόγοι και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού συνειδητοποιούν ότι πρόσθετοι χρηματοδοτικοί πόροι, για παράδειγμα, μέσα σε κάποιο είδος σχεδίου βοήθειας Μάρσαλ, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόσθετες επιδράσεις στην ανάπτυξη όσο το θεσμικό περιβάλλον στην Ελλάδα δεν ενθαρρύνει τις εταιρείες να επενδύσουν», πρόσθεσε.
Με άλλα λόγια, η επίλυση της κρίσης έχει να κάνει με την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων - αλλά επίσης και με το να τηρηθούν οι κανόνες της Ε.Ε. που η Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρωζώνης δεν έχουν τηρήσει.
Το 2010, η ελληνική κρίση έδωσε νέα ώθηση στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. για να αναπτύξουν περαιτέρω το θεσμικό πλαίσιο του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν ήταν πραγματικά επιτυχείς.
«[Οι μεταρρυθμίσεις] ακολούθησαν μια βασισμένη σε κανόνες προσέγγιση - και οι περισσότερες χώρες της ζώνης του ευρώ δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τους κανόνες που είχαν συντάξει οι ίδιοι," είπε ο Χέινεν. "Το 2013, μόνο το 10% των συστάσεων οικονομικής πολιτικής που προέρχονται από τα όργανα της Ε.Ε. είχαν εφαρμοστεί πλήρως από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης". Αυτό το άθλιο ρεκόρ αποδεικνύει σίγουρα την ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση.
* Μη μόνιμος κύριος συνεργάτης του Carnegie Europe, αρχιστυντάκτρια του "Strategic Europe"