ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Όσες φορές κι αν πήρε τον λόγο ο Αλέξης Τσίπρας την εβδομάδα που πέρασε, σε συνεντεύξεις, σε δημόσιες τοποθετήσεις ή σε κλειστές συζητήσεις, την ίδια φράση επαναλάμβανε στους συνομιλητές του αλλά και στον ελληνικό λαό: «Δεν έχω πρόθεση να δραπετεύσω, ο καπετάνιος δεν παρατάει το πλοίο».
Η φράση αυτή, καθόλου τυχαία, επαναλαμβανόταν από τον πρωθυπουργό της χώρας για να σηματοδοτήσει, μαζί όμως και να διαβεβαιώσει, ότι θα φέρει σε πέρας τις δύο βασικές αποστολές που έχει αναλάβει. Αυτές που η «Αυγή» της Κυριακής αναδείκνυε με το πρωτοσέλιδό της ακριβώς μία εβδομάδα πριν: Τη θωράκιση της χώρας και την επίλυση του πολιτικού προβλήματος.
Τη θωράκιση έναντι όλων εκείνων, στο εξωτερικό αλλά και το εσωτερικό της χώρας, που έχουν κάθε συμφέρον να υποτάξουν και να ευτελίσουν τη χώρα και τον λαό της, να οδηγήσουν την κυβέρνηση σε καθεστώς άτακτης χρεοκοπίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα λαϊκά στρώματα. Μια θωράκιση που περνά μέσα από τη συμφωνία, όπως αυτή υπεγράφη την περασμένη Δευτέρα, μια κακή και δύσκολη συμφωνία, όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός, σε πολλά σημεία της οποίας δεν πιστεύει καν, όπως παραδέχθηκε.
Ωστόσο, η πολιτική αφετηρία τού επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, απλή, ανάγεται στις χρυσές σελίδες του αριστερού κινήματος της χώρας μας: «Δεν θα πω στον λαό στα δύσκολα, 'βγάλε τα πέρα μόνος σου τώρα'» ήταν η χαρακτηριστική απάντησή του στην ΕΡΤ. Γι' αυτό και, όπως τόνισε σε αυστηρό τόνο, «δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να βάλει ζήτημα αν η επιλογή μου σέβεται τα ήθη και τις αξίες της Αριστεράς».
Και μετά; Η επίλυση του πολιτικού προβλήματος, καθώς η ψήφιση των μέτρων αφήνει «τραυματισμένο» τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνησή του, και άρα ο Αλ. Τσίπρας καλείται, όπως στην υπόθεση της θωράκισης της χώρας να επιδείξει και εδώ, ύψιστη προσαρμοστικότητα.
Τα δύο διλήμματα
Όμως ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα 24ωρα κλήθηκε να απαντήσει σε δύο διλήμματα, στα οποία εν πολλοίς κλήθηκαν να απαντήσουν και τα άλλα στελέχη του κόμματός του, όχι φυσικά υπό την ίδια πίεση - γιατί εκείνος και οι άλλοι του κυβερνητικού κλιμακίου είχαν απέναντί τους τους εκπροσώπους του Βερολίνου, με ό,τι εκείνοι σηματοδοτούν.
Πρώτο δίλημμα, αν ο εκβιασμός της άλλης πλευράς είναι αληθινός ή κίβδηλος. Και δεύτερο δίλημμα, αν όντως υπάρχει ο κίνδυνος για αριστερή παρένθεση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την Αριστερά στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη συνολικά.
Και ο Αλ. Τσίπρας απάντησε και στα δύο. Υπό τρομακτική πίεση, αλλά πάντως απάντησε. Και με βάση τις απαντήσεις που έδωσε καθόρισε τη στρατηγική της κυβέρνησής του στις ημέρες που διανύουμε, αλλά και ώς τα μέσα του φθινοπώρου πιθανώς.
Με στόχο, λοιπόν, να καταστεί «οριστικό παρελθόν η αριστερή παρένθεση» (δανειζόμαστε τον τίτλο από άρθρο της νέας κυβερνητικής εκπροσώπου Όλγας Γεροβασίλη στο site toideologio.gr.), ο ηγέτης της σύγχρονης Αριστεράς ζήτησε τη στήριξη της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας. Πλην όμως, πρώτα στην ψηφοφορία για την εξουσιοδότηση της κυβέρνησης εννέα ημέρες πριν και αμέσως μετά στην ψήφιση της πρώτης δέσμης προαπαιτούμενων μέτρων, ο ΣΥΡΙΖΑ μέτρησε απώλειες, που αυξήθηκαν μάλιστα από τη μία ψηφοφορία στην άλλη...
Ο αριθμός «120»
Σε τέτοιο βαθμό δε που η κοινοβουλευτική πλειοψηφία «φλερτάρει» πλέον με τον αριθμό «120», τελευταία γραμμή άμυνας προκειμένου μια κυβέρνηση να απολαμβάνει στοιχειώδους εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο. Και ναι μεν ο Αλ. Τσίπρας στηρίζεται ήδη σε μειοψηφικό αριθμό βουλευτών, δεν πρόκειται όμως να δεχθεί να γίνει.... «νέος Παπαδήμος». Και με τα λόγια του ιδίου από την -κλειστή- συνεδρίαση της Κ.Ο., «εγώ δεν θα γίνω πρωθυπουργός με τις ψήφους της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Δεν συμμετέχω σε σενάρια κυβέρνησης με αυτές τις τρεις δυνάμεις».
Με άλλα λόγια, όμηρος ετερόκλητων συμμαχιών δεν πρόκειται ο ίδιος να δεχθεί να γίνει, με το μήνυμα προς το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας να είναι κάτι παραπάνω από σαφές: τυχόν νέες απώλειες στην επικείμενη ψηφοφορία του δεύτερου «πακέτου» μέτρων την Τετάρτη, με όποια μορφή κι αν αυτές έχουν («κατά», απουσίες, «λευκά»), θα σημάνουν την παράδοση της εντολής στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Με πιθανότερο σενάριο, μετά και την εξάντληση των διερευνητικών εντολών, τη δημιουργία μιας μεταβατικής κυβέρνησης που θα οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές την 6η Σεπτεμβρίου (γιατί τον Αύγουστο εκλογές δεν γίνονται!).
Αυτό είναι το πρώτο και περισσότερο σύνθετο από τα τρία μέτωπα που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός: αυτό των βουλευτών που δεν έχουν πειστεί από την ανάγκη συμφωνίας και οι οποίοι έκαναν την επιλογή, όπως τους κατηγόρησε, που «έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης, σε μια κρίσιμη ώρα και δημιουργεί ένα ανοιχτό τραύμα στο εσωτερικό μας».
Και τους διαμηνύει, μέσω συνεργατών του, ότι «η επιλογή αυτή των συντρόφων μας καθιστά ουσιαστικά έωλη τη στήριξη της πρώτης στην Ιστορία του τόπου κυβέρνησης της Αριστεράς. Είμαι πλέον αναγκασμένος να συνεχίσω μέχρι και την ολοκλήρωση της συμφωνίας, με κυβέρνηση που θα στηρίζεται σε μειοψηφικό αριθμό βουλευτών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των 300 αντιπροσώπων». Όπερ σημαίνει ότι καθένα μέλος της Κ.Ο. θα πρέπει να αναλογιστεί την προσεχή Τετάρτη αν θα αποφασίσει να βάλει τίτλους τέλους σε αυτήν την πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς...
Η "δυσκολία" με την ΠτΒ
Το δεύτερο μέτωπο είχε να κάνει με την παρουσία μελών της Αριστερής Πλατφόρμας στα κυβερνητικά έδρανα, θέμα που επιλύθηκε με τον ανασχηματισμό. Ενώ το τρίτο μέτωπο έχει να κάνει με την πρόεδρο της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία, πέραν του ότι καταψηφίζει την κυβερνητική γραμμή (κάτι που δεν έχει προηγούμενο στα κοινοβουλευτικά χρονικά), δεν διευκολύνει την κυβέρνηση με την κωλυσιεργία που επιδεικνύει σύμφωνα με τις αιτιάσεις του κυβερνώντος κόμματος. Πρόβλημα που είναι σε αναμονή επίλυσής του, εν όψει ασφαλώς και των νέων κρίσιμων κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών.
Το σκηνικό αυτό, στο σύνολό του, καθιστά «πολύ πιθανό να γίνουν οι εκλογές τον Σεπτέμβριο ή και τον Οκτώβριο», έλεγε στον ρ/σ «Στο Κόκκινο» ο πρώτος τη τάξει υπουργός Νίκος Βούτσης, αφού όμως, όπως ο ίδιος διευκρίνιζε, ολοκληρωθεί ο κύκλος των προαπαιτούμενων μέτρων.
Συμπερασματικά, κάθε μάχη τούτη την περίοδο θα είναι και ένας μικρός... πόλεμος. Όμως, όπως ο ίδιος ο πρωθυπουργός έλεγε, αλλά και ο υπουργός Εσωτερικών, «δεν πρόκειται να αποδράσουμε, εκτός αν η κοινωνία και η Βουλή μας πουν 'δεν μπορεί να συνεχίσετε'» - και η κοινωνία θα είναι πάντα το αποκούμπι του πρωθυπουργού που έφερε την Αριστερά στην κυβέρνηση, το αποκούμπι του ηγέτη του 62%.