ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ: ΧΡ. ΒΑΣΙΛΑΚΗ
Το πρόβλημα με το ελληνικό χρέος και το γεγονός ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα που θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του αναδεικνύει το πόρισμα της ανάλυσης των τριών θεσμών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ και ΔΝΤ) για το ελληνικό χρέος. Το πόρισμα αυτό κατατέθηκε μαζί με την έρευνα της επικινδυνότητας του ελληνικού ζητήματος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρωζώνης και τον υπολογισμό των χρηματοδοτικών αναγκών από τους τρεις θεσμούς στο Eurogroup του περασμένου Σαββάτου για να δρομολογηθεί η έγκριση του νέου δανείου.
Ωστόσο δεν είναι τυχαίο ότι βλέπει το φως της δημοσιότητας από την Επιτροπή μία μέρα μετά από τη δημοσιοποίηση από το ΔΝΤ δικής του έκθεσης για τη βιωσιμότητα του χρέους. Η αντίστοιχη έκθεση του ΔΝΤ (αναλυτικά, σελ. 17 η επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους) προέβλεπε ότι το ελληνικό χρέος χρειάζεται "σημαντική ελάφρυνση", πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα από την κοινή έκθεση των θεσμών.
Συγκεκριμένα η έκθεση των τριών θεσμών αναφέρει ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει σε 165% το 2020 και 150% το 2022, εάν η Ελλάδα λάβει ικανοποιητικά μέτρα για τη μείωσή του, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε να αγγίξει το 187% και το 176% αντίστοιχα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ως ενδεδειγμένο τρόπο απομείωσης του ελληνικού χρέους τον «επανασχεδιασμό» του (reprofiling) και αποκλείει τη διαγραφή μέρους του. Επιπλέον, σημειώνει πως τα μέτρα περιορισμού του χρέους θα πρέπει να ληφθούν μόνο όταν εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές.
Το ΔΝΤ στη δική του έκθεση εκτιμούσε ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ το 2022 θα ανέλθει σε 170%, απευθύνοντας έκκληση για πολύ μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους από ό,τι έχει προταθεί.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, η εν λόγω έκθεση της Κομισιόν εκτιμά ότι θα σημειωθεί ισχυρή πτώση της οικονομικής δραστηριότητας το 2015 σε σχέση με τις εαρινές της προβλέψεις. Όπως αναφέρει, η Ελλάδα αναμένεται να έχει ύφεση 2%-4% το 2015 αντί για 0,5% ανάπτυξη που προβλεπόταν την άνοιξη. Επιπλέον, η ύφεση προβλέπει η Επιτροπή, ότι θα συνεχιστεί και το 2016, μεταξύ 0,5% και 1,75%. Κατά τη διάρκεια του 2017 αναμένεται να επανέλθει η ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί και έχουν χαλαρώσει σταδιακά τα μέτρα ελέγχου στον τραπεζικό τομέα.