ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΚΩΤΣΑΚΗ*
Το 2009 οι τραπεζικές καταθέσεις στη χώρα ήταν 240 δισ. ευρώ. Πέντε-έξι χρόνια μετά, έφθασαν μόλις τα 144 δισ. Το 40% των καταθέσεών μας χάθηκε σε μικρό διάστημα. Πού πήγαν αυτά τα ποσά; Η εύκολη απάντηση είναι: σε διάφορες κατευθύνσεις. Άλλα στην εξυπηρέτηση των διαρκώς αυξανόμενων υποχρεώσεών μας, άλλα στα στρώματα και άλλα σε τράπεζες και λοιπές τοποθετήσεις (ομόλογα κ.λπ.) εξωτερικού.
Είναι σχετικά εύκολο να διερευνηθεί το ποσοστό των τριών παραπάνω κατηγοριών, αλλά μάλλον η πλειοψηφία τους πήγε στο εξωτερικό για διασφάλιση ή/και κερδοσκοπία εις βάρος της χώρας, και τούτο ανεξαρτήτως υποκειμενικών προθέσεων. Και δεν είναι μόνον αυτά τα ποσά. Στην "Καθημερινή" (8.9.2012) ο Ρ. Μπέικερ, διευθυντής της αμερικανικής οργάνωσης καταπολέμησης παράνομων χρηματοπιστωτικών ροών Global Financial Ιntegrity, υπολογίζει σε πάνω από 207 δισ. τα χρήματα που διακινήθηκαν εκτός χώρας παράνομα. Μπορεί να πολλαπλασιάσει κανείς επ' αόριστον παραθέσεις σαν αυτές. Λιγότερο ή περισσότερο ακριβείς, σε κάθε περίπτωση τεράστια ποσότητα χρημάτων, νόμιμα ή παράνομα, δικαιολογημένα ή όχι, διέρρευσαν εκτός χώρας σε καταθέσεις, χρηματοπιστωτικά προϊόντα φορολογικών παραδείσων ή/και χωρών "εταίρων" (π.χ. Γερμανία), ενισχύοντας τους εκβιασμούς τους εις βάρος μας.
Είναι απολύτως σαφές πως εδώ γεννάται πελώριο θέμα ηθικής τάξης, θέμα που πρέπει να γίνει και νομικής τάξης, θέμα που σαφέστατα αναδείχθηκε από την περίπτωση Χαρδούβελη. Το πρόβλημα είναι ευρύτερο: κυκλοφορούν διάφορες λίστες με εκατοντάδες ονόματα πολιτικών (βουλευτών, λοιπών πολιτικών κ.ά.) που έβγαλαν τα λεφτά τους εκτός της χώρας στην κρίσιμη αυτή περίοδο (2009-2015). Απαιτείται άμεση κρατική παρέμβαση, τόσο ως προς το ζήτημα των χρημάτων που βγήκαν στο εξωτερικό όσο και ως προς το ζήτημα των προσώπων που έβγαλαν τα έβγαλαν.
Διαφορική φορολογία σε εξωτερικό - εσωτερικό
Ας τα δούμε ξεχωριστά, αρχίζοντας από τα χρήματα "εξωτερικού": χρωστάμε σ' αυτή τη χώρα διαφορετική μεταχείριση σε αυτούς που την εμπιστεύτηκαν, που τη στήριξαν σε δύσκολες ώρες, έναντι αυτών που προέταξαν τα ακόμη και καλώς εννοούμενα ιδιωτικά συμφέροντά τους. Πρέπει άμεσα να διερευνηθεί η δυνατότητα διαφορικής φορολόγησης του στο εξωτερικό ευρισκόμενου πλούτου με χρηματοπιστωτική μορφή, αλλά και των αποκτηθέντων ακινήτων μεταξύ 2009-2015. Αν δεν προσκρούει σε ανυπέρβλητα νομικά εμπόδια από την Ε.Ε. κ.λπ., πρέπει να επιβληθεί σημαντικός φόρος επί των τραπεζικών καταθέσεων και λοιπών χρηματοπιστωτικών (και όχι μόνο) τοποθετήσεων εξωτερικού, που θα υπερβαίνει κατά πολύ τον κάθε φορά αποτελεσματικό φόρο που ισχύει για τις εγχώριες καταθέσεις, αλλά και ΦΜΑΠ, πέραν του αντιστοίχου εγχωρίου.
Τα παραπάνω πρέπει να ισχύσουν ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της κτήσης τους (φυσικά σε περιπτώσεις παρανομίας η ποινή θα είναι διαφορετικής τάξης). Ακόμη και αν η ευρωπαϊκή νομοθεσία το απαγορεύει (δεν το γνωρίζω), πρέπει να επιδιωχθεί εξαίρεση μέσω επίκλησης εκτάκτων αναγκών και να ζητηθεί να προκύψει νέα νομική ρύθμιση που να καθιστά μόνιμη την απόκλιση κάτω από ειδικές περιστάσεις (π.χ. μεγάλη κρίση που καταγράφεται με μεγάλη μείωση ΑΕΠ, μεγάλη ανεργία, μεγάλη φυγή εγχώριων, ιδίως, πόρων στο εξωτερικό κ.λπ.). Η ειδική αυτή ρύθμιση θα αποτελεί και ένα είδος μαξιλαριού μεταξύ των άμεσων κεφαλαιακών ελέγχων που γενικώς προκαλούν πονοκέφαλο στο τρέχον διεθνές καθεστώς (διότι θεωρούνται, στο πλαίσιο της νεοκλασικής οικονομικής, διαστρεβλωτικοί ως παρεμβαίνοντες ευθέως στις αποφάσεις των ορθολογικών οικονομικώς δρώντων) και της έλλειψης κάθε είδους ελέγχου, που κατά περίπτωση και τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο τείνουν να αποσταθεροποιούν τη διεθνή οικονομία.
Τα οφέλη στην εθνική οικονομία από την επιτυχή κατάληξη ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι προφανή, πέρα από τη φορολογική ανάσα. Μόνο και μόνο η πιστωτική διευκόλυνση κράτους και ιδιωτικού τομέα από τη βαθιά ανάσα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος επαρκεί.
Ρυθμίσεις που αφορούν τα πολιτικά πρόσωπα που εξάγουν χρήματα στο εξωτερικό σε περιόδους κρίσης
Προτείνουμε να ορισθεί διά νόμου για Έλληνες πολιτικούς εν ενεργεία, αλλά και διατελέσαντες τουλάχιστον για πέντε χρόνια από τη λήξη της θητείας τους, η αυστηρή απαγόρευση εξαγωγής χρημάτων τους στο εξωτερικό εκτός συγκεκριμένων και σαφώς προσδιοριζόμενων στον νόμο λόγων (π.χ. υγείας, σπουδών τέκνων, επιχειρηματικής δραστηριότητας προς όφελος της ελληνικής οικονομίας κ.λπ.).
Η διάταξη θα ακολουθεί τα βήματα της περί εξωχωρίων ανάλογης που απαγορεύει σε Έλληνες πολιτικούς τη συμμετοχή σε off shore σχήματα. Επίσης να θεσπισθεί και υποχρέωση των Ελλήνων πολιτικών να εμφανίζουν τις μεταβολές σε εγχώριες και εξωχώριες τοποθετήσεις στο προηγούμενο διάστημα (π.χ. πενταετία) από την ανάληψη πολιτικής θέσης, καθώς και μια υπηρεσία η οποία θα αναλαμβάνει να αθροίζει - γνωστοποιεί το σύνολο των δηλώσεων και να εμφανίζει την "καθαρή θέση των Ελλήνων πολιτικών" ετησίως.
Είναι σαφές το όφελος από την παραπάνω ρύθμιση. Θα αποτελέσει επαρκή υποκίνηση προς τους πολιτικούς να δεσμεύσουν την τύχη τους με αυτήν της χώρας, μιας και δεν θα έχουν τη δυνατότητα προσωπικής στρατηγικής, η οποία άλλωστε επωφελείται από ένα πληροφοριακό σύνολο σαφώς διαφοροποιημένο και ανώτερο (λόγω "εσωτερικής" πληροφόρησης) από αυτό του μέσου πολίτη. Ή πάλι, ως προς το μέτρο της απλής δήλωσης των χρηματικών τους κινήσεων των πέντε χρόνων προ της ανάληψης πολιτικής ευθύνης, θα καθιστούσε διάφανες τις ενέργειές τους σε σχέση με τη χώρα. Η βελτίωση που θα προκύψει είναι σημαντική, καθώς θα ευθυγραμμίζει σε μεγάλο βαθμό την προσωπική οικονομική πορεία των πολιτικών με την εθνική, λειτουργώντας ανασταλτικά σε απρόσεκτες ή διαβλητές κινήσεις, όπως π.χ. η υπερχρέωση της χώρας, εφόσον θα διακινδύνευαν άνευ εύκολης διεξόδου και τις προσωπικές περιουσίες τους.
Πέραν των εθνικών οικονομικών οφελών, και τα κομματικά οφέλη δεν θα είναι λίγα. Είναι δεδομένη η μεγάλη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Ο μέσος πολίτης έχει από μικρή έως ελάχιστη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει καλύτερο βαθμό από το πολιτικό κατεστημένο, αλλά δεν θα πρέπει να υπερβάλλουμε για την ανοχή του κόσμου απέναντί του. Αν, μάλιστα, δούμε και την πρόσφατη εξέλιξη με τα βουλευτικά αυτοκίνητα, όπου υπήρξε μειωμένη ανταπόκριση στην έκκληση Τσίπρα, είναι σαφές ότι: α) δεν αναβαθμιστήκαμε στην εμπιστοσύνη των πολιτών και β) είναι απίθανο απλές εκκλήσεις, προερχόμενες ακόμη και από το ψηλότερο επίπεδο, να επαρκέσουν.
Χρειάζονται νομοθετικές παρεμβάσεις και αυτές που καταγράψαμε παραπάνω μπορεί να αποτελέσουν σημαντική τομή στα επίπεδα εμπιστοσύνης πολιτών και πολιτικού συστήματος.
* Η Εφη Κωτσάκη είναι μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας του ΣΥΡΙΖΑ