Του ΣΗΦΗ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ*
Στη σημερινή Ευρώπη σχεδόν τα πάντα ρυθμίζονται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Οι εθνικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους παραδοσιακούς μοχλούς της οικονομικής πολιτικής, όπως τον κρατικό προϋπολογισμό, τη νομισματική πολιτική ή την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Πολλοί έχουν την ελπίδα ότι αυτό το είδος των «εξωτερικών καταναγκασμών» που επιβάλλονται από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες «βοηθούν» τις χώρες - μέλη της περιφέρειας της Ένωσης να εφαρμόσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό τους και για να καταστούν ανταγωνιστικές.
Αυτή η ελπίδα σταδιακά μετατρέπεται σε μια ψευδαίσθηση. Οι «εξωτερικοί καταναγκασμοί» ευνοούν την απόκλιση, διευρύνοντας τις οικονομικές ανισότητες που υπήρχαν ήδη πριν από τη γέννηση του ευρώ.
Με το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον συγκεντρωτισμό και μακριά από τα δημοκρατικά όργανα διακυβέρνησης της Ε.Ε. Η σύνταξη των προϋπολογισμών των χωρών - μελών βρίσκεται κάτω από τον άγρυπνο και παρεμβατικό έλεγχο των ευρωπαϊκών οργάνων. Η δε γερμανική κυβέρνηση έχει επιβληθεί και έχει αναλάβει έναν ρόλο «πραγματικής ηγεσίας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι, η ισχυρότερη χώρα στην Ε.Ε., αντί να επεκτείνει την εγχώρια ζήτηση και να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη ολόκληρης της ηπείρου, προτιμά να εφαρμόζει πολιτικές εγχώριου αποπληθωρισμού, μειώνοντας τις εισαγωγές και αυξάνοντας τις εξαγωγές.
Μεταξύ των χωρών που βρίσκονται σε κρίση υπάρχουν και χώρες μη μεσογειακές, όπως η Ιρλανδία. Επίσης ορισμένες χώρες του «κέντρου» της Ένωσης δεν τα πηγαίνουν πολύ καλά, όπως η Ολλανδία.
Ωστόσο, οι οικονομικές «ανισότητες» μεταξύ Βορρά και Νότου χειραφετούν σταδιακά τους λαούς της Νότιας Ευρώπης.
O ευρωσκεπτικισμός αναπτύσσει σταδιακά μια ρητορική της «εθνικής κυριαρχίας», της εχθρότητας προς το ευρώ και των «τεχνοκρατών των Βρυξελλών».
Η σημερινή Ευρώπη βρίσκεται στο κατώφλι της μη αναστρεψιμότητας. Επικρατεί μια γενική αναπροσαρμογή της εξουσίας γύρω από την ΕΚΤ. Το ευρώ, ως ενιαίο νόμισμα, φαίνεται πλέον να έχει καθιερωθεί στο διατραπεζικό σύστημα και αποτελεί εργαλείο καπιταλιστικής κυριαρχίας και ταξικής σύγκρουσης.
Η Ευρώπη είναι πλέον μια "γερμανική Ευρώπη", όπου αναδιατάσσεται η οικονομική και πολιτική γεωγραφία των δυνάμεων της εξάρτησης σε νομισματικό επίπεδο.
Ο νεοφιλελευθερισμός έχει την ηγεμονία και επιβάλλει τη βίαιη «προσαρμογή», που προωθείται από τη Μέρκελ και τα σοσιαλδημοκρατικά «ανοίγματα», προς την ίδια κατεύθυνση: την υποταγή στις αγορές και στις τράπεζες.
Από την άλλη οι «δεξιές δυνάμεις», που παρουσιάζονται ως «αντι-ευρωπαϊκές», διεκδικούν τη διεύρυνση της εθνικής αυτονομίας, στο πλαίσιο των εθνικών συνταγμάτων, καταλήγοντας στην «εθνική αναδίπλωση» του εθνικού νομίσματος.
Ο ευρωπαϊκός Νότος
Είναι αναγκαία η οικοδόμηση μιας «συμμαχίας του ευρωπαϊκού Νότου», με πρωταγωνιστή την Αριστερά, στους κοινωνικούς αγώνες, εντός και εκτός της Ε.Ε., στους χώρους εργασίας, στους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και την υπεράσπιση του Συντάγματος, στη σύγκρουση για την υπεράσπιση της «εδαφικής κυριαρχίας» και ενάντια στην ανασφάλεια και την επισφάλεια.
Φαίνεται εφικτή η ιδέα μιας συμμαχίας των χωρών της Νότου για την ολοκλήρωση της Ευρώπης και την ανοικοδόμησή της σε κοινοτική βάση: για μια νέα Ευρώπη με νέες αξίες και κοινά αγαθά.
Σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια, η «Ευρωπαϊκή Αριστερά», με κύριο πρωταγωνιστή τον ΣΥΡΙΖΑ, πυροδοτεί μια εκστρατεία, στην οποία διαφορετικές δυνάμεις θα στρατευθούν για μια άλλη «αφήγηση», για μια άλλη Ευρώπη και κατά του νεοφιλελευθερισμού του ευρωπαϊκού Βορρά.
Τα αυτόνομα κινήματα του Νότου μαζί με τη Ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να κατευθύνουν ξανά τους αγώνες τους μπροστά στον πολιτικό στόχο μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής σύνθεσης. Για να είναι αυτό εφικτό, είναι απαραίτητη η έκφραση μιας κοινωνικής δύναμης η οποία να μπορεί να μετασχηματίσει ριζοσπαστικά την οργάνωση της ζωής μέσα στους χώρους εργασίας και στην κοινωνία, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Από τη μια οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς σχετικά με την κρίση του ευρώ δεν διαφοροποιούνται πολύ από εκείνη των παραδοσιακών σοσιαλιστικών κομμάτων. Βέβαια, τάσσεται σαφώς ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και υπέρ της ευημερίας και της δημοκρατίας θεωρώντας ότι το ευρώ δεν είναι ένα απλό νόμισμα, αλλά μια κεντρική νομισματική πολιτική από μη εκλεγμένα όργανα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΕΚΤ) και υπό την καθοδήγηση της γερμανικής κυβέρνησης και αποτελεί μια πηγή υπανάπτυξης για την Ευρώπη, προστατεύοντας τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ.
Από την άλλη, το ευρώ ως νόμισμα δεν εκπληρώνει τους δύο στόχους για τους οποίους γεννήθηκε: τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Αντίθετα, η Ε.Ε. συνεχίζει τις πολιτικές που διαιρούν και υποτάσσουν τις χώρες της Ευρώπης.
Η Ευρωπαϊκή Αριστερά θα πρέπει να διακηρύξει ευθαρσώς ότι οι οικονομικές πολιτικές των ευρωπαϊκών χωρών πρέπει να αποφασίζονται από τους λαούς της Ευρώπης και τις ελεύθερα εκλεγμένες κυβερνήσεις τους και όχι από τη Γερμανία ή τη διεθνή κερδοσκοπία.
Επίσης, θα πρέπει να αγωνιστεί για τη μετατροπή του ευρώ σε ένα κοινό νόμισμα για τα μη ευρωπαϊκά νομίσματα, ανακτώντας τη νομισματική κυριαρχία, χωρίς να καταστρέφει την ενωμένη Ευρώπη, αλλά να δημιουργεί, τη νέα πλατφόρμα δημοκρατίας και σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και ένα κοινό νόμισμα, ως βάση για μια νέα ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και μια νέα Ευρώπη χωρίς λιτότητα.
* Ο Σήφης Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας