Αν διατρέξει κανείς την ιστορία της οικονομικής πολιτικής, θα διαπιστώσει ότι από την κρίση του '30, την εποχή της "Μεγάλης Ύφεσης" και μετά, δύο είναι κατά βάση οι σχολές υπέρβασης της κρίσης. Η επιτροπή των σοφών για τις παρενέργειες της κρίσης του '30 στην Ευρώπη, πρότεινε περικοπές δημοσίων δαπανών και επιβολή νέων φόρων. Αυτή τη συνταγή ο Κέινς την είχε χαρακτηρίσει "το πιο ανόητο κείμενο που διάβασα ποτέ". Αργότερα, στη μεταπολεμική Ευρώπη, το παράδειγμα άλλαξε, σε κεϊνσινή κατεύθυνση, με ενίσχυση της ζήτησης και αύξηση των δημοσίων δαπανών. Στο κεϊνσιανό υπόδειγμα, η απασχόληση αποτέλεσε κεντρικό στόχο και η παρέμβαση του κράτους συνέτεινε στην επίτευξή του.
Όταν στη δεκαετία του '70 τέθηκε σε εφαρμογή το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, ως απάντηση στην κρίση του παραγωγικού καπιταλισμού, του στασιμοπληθωρισμού, στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής ξαναμπήκε η γραμμή των περικοπών των δημοσίων δαπανών και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με στόχο τη μείωση του κόστους εργασίας και την υποβάθμιση του ρόλου των συνδικάτων. Ακόμη όμως και αυτή η νεοφιλελεύθερη πρόταση εμφανίστηκε από τους εμπνευστές της, όπως ο Φρίντμαν, ως πρόσκαιρη μικρή περίοδος προκειμένου να επέλθει νέα ισορροπία. Με άλλα λόγια, η αύξηση της ανεργίας και η συνακόλουθη μείωση του κόστους εργασίας, ακόμη και για τους νεοφιλελεύθερους, έπρεπε να είναι λογική και πρόσκαιρη, αλλιώς δεν βοηθούσε στην εξισορρόπηση της οικονομίας. Όταν στη Βρετανία τέθηκε σε εφαρμογή το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και οι άνεργοι ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, η κυβέρνηση των Τόριδων φοβήθηκε και έκανε αμέσως πίσω. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορούσε να αντέξει τις επιπτώσεις και έπρεπε να έρθει αργότερα η Θάτσερ για να χτυπήσει αλύπητα τα συνδικάτα. Ακόμη και οι νεοφιλελεύθεροι, όμως, έβαλαν κάποια όρια για να μην απολέσουν την πολιτική νομιμοποίηση. Στη Βρετανία της δεκαετίας του '80, με εξαπλάσιο πληθυσμό από την Ελλάδα, το ένα εκατομμύριο άνεργοι θεωρήθηκε υπερβολικό ποσοστό, ενώ στην Ελλάδα του 2010 το ενάμισι εκατομμύριο άνεργοι θεωρείται παρωνυχίδα. Και μόνο αυτή η σύγκριση δείχνει την αναλγησία της εφαρμοζόμενης πολιτικής.
Στην οικονομική πολιτική, τη σημερινή εποχή των χρηματοπιστωτικών ζόμπι και του δόγματος του σοκ, η απασχόληση είναι στο περιθώριο, ενώ οι κοινωνικές αντιθέσεις και το χάσμα πλουσίων και φτωχών διευρύνεται επικίνδυνα τόσο μεταξύ των χωρών όσο και στο εσωτερικό των ίδιων των κρατών.
Στη χώρα μας, την εποχή του Μνημονίου εφαρμόστηκε μια ακραία ταξική πολιτική που "σκότωσε" το 25% του ΑΕΠ, εκτόξευσε στα ύψη την ανεργία, απορρύθμισε τις εργασιακές σχέσεις, βύθισε τις αποδοχές σε βαθμό υπερθετικό, υπερτριπλάσιο της αντίστοιχης μείωσης στην Πορτογαλία με την οποία αρέσκεται να κάνει συγκρίσεις το ευρωπαϊκό κατεστημένο. Η μείωση του μέσου ωρομισθίου στην Πορτογαλία έφτασε στο 8% συνολικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Τα Μνημόνια της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, αν και διαπνέονται από την ίδια ακραία οικονομική άποψη της λιτότητας, απέχουν πολύ από την πρωτοφανή ένταση των μνημονιακών πολιτικών στην Ελλάδα ως προς το βάθος της εσωτερικής υποτίμησης των εισοδημάτων, των περιουσιακών αξιών και του κοινωνικού κράτους. Ποτέ στην οικονομική ιστορία το πρόβλημα χρέους δεν αντιμετωπίστηκε με λιτότητα, ύφεση και αποπληθωρισμό. Άλλο πράγμα οι περικοπές σε λιγότερο από μονοψήφιο επίπεδο κι άλλο η βύθιση εισοδημάτων και δαπανών από 25 ως 40%. Σε ποια άλλη χώρα της Ε.Ε. το μαχαίρι τις δαπάνες του κοινωνικού προϋπολογισμού ξεπέρασε το 25%, του υπουργείου Υγείας το 45% και της Παιδείας το 40%; Η απάντηση είναι: σε καμιά, το ελληνικό Μνημόνιο ήταν θηλιά για την ελληνική οικονομία και τους εργαζόμενους. Το "πειραματόζωο" όμως αντέδρασε και όπως θα έλεγε ο Αισχύλος: "Τρομερός ο θυμός ενός λαού που μουρμουρίζει"...
Σταύρος Καπάκος