Την παραδοχή -"κατόπιν εορτής" όμως- ότι "το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποτίμησε τις συνέπειες της εξυγίανσης των προϋπολογισμών στην οικονομική ανάπτυξη, π.χ. στην περίπτωση της Ελλάδας", έκανε για μια ακόμη φορά η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ.
Σε συνέντευξή της στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, εκτιμά μεν πως η Ευρώπη ανακάμπτει, ωστόσο προειδοποιεί για τον κίνδυνο "παραπλανητικής ασφάλειας" λόγω της πτώσης των τιμών των ομολόγων και προσθέτει πως "...ο λόγος ήταν κυρίως ότι η κατάσταση στην Ευρώπη ήταν σημαντικά δυσκολότερη από το αναμενόμενο. Έτσι, στην περίπτωση της Ελλάδας, η βαθιά και διαρκής πολιτική κρίση προκάλεσε επιπλέον ανασφάλεια στους επενδυτές...".
Βέβαια, έσπευσε να υπεραμυνθεί των πολιτικών λιτότητας που επέβαλε το ταμείο με το επιχείρημα ότι "...η δημοσιονομική εξυγίανση και βήματα φιλικά προς την ανάπτυξη δεν αποκλείουν το ένα το άλλο», συμπληρώνοντας πως η μείωση του χρέους για τις υπερχρεωμένες χώρες συνιστά προϋπόθεση για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης από τις αγορές. «Πρέπει εντέλει να δει κάθε χώρα προσεκτικά και να σκεφτεί καλά με ποιο ρυθμό θα μειωθεί το χρέος. Γι' αυτό δεν υπάρχει το ένα φάρμακο για χώρες υπό κρίση», είπε και προσέθεσε: "Μια χώρα που δεν μπορεί να πάρει σχεδόν καθόλου χρήματα από τις αγορές, δεν έχει την πολυτέλεια να προωθήσει την δημοσιονομική εξυγίανση με μικρά βήματα. Αυτή ήταν η περίπτωση ειδικά στην Ελλάδα. Και η Πορτογαλία έπρεπε να κάνει γενναίες μεταρρυθμίσεις, διότι είχε χάσει την πρόσβαση στις αγορές. Οι μεταρρυθμίσεις, όμως, δεν ήταν τόσο εκτενείς όπως στην Ελλάδα, διότι η κατάσταση στην Πορτογαλία δεν ήταν τόσο κακή. Το πρόγραμμα προσαρμογής στην Ισπανία δεν ήταν τόσο σκληρό, διότι η πίεση των αγορών ήταν χαμηλότερη...".