Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τα αγροτικά προϊόντα φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση πραγματικά τρελό βάσει οποιασδήποτε οικονομικής θεωρίας κι αν χρησιμοποιηθεί. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές τους (με εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) πέφτουν στο χωράφι, αλλά ακριβαίνουν στο ράφι, δηλαδή οι τιμές παραγωγού καταγράφουν την ακριβώς αντίθετη πορεία από ό,τι οι τιμές που απολαμβάνουν οι συνάδελφοί τους στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η πτώση των τιμών στο χωράφι συνοδεύεται από μια ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών στο ράφι, δηλαδή στις τιμές λιανικής που καταβάλλουν οι καταναλωτές.
Βεβαίως, πάντα υπάρχει εξήγηση. Πρόκειται για τυπική περίπτωση ελεγχόμενης αγοράς με τεράστια διάσπαση της παραγωγής σε χιλιάδες μικροαγρότες (με βάση τα ευρωπαϊκά στάνταρντ) και σχεδόν απόλυτο έλεγχο της κατανάλωσης από μεγάλους «παίκτες», χονδρέμπορους και «σουπερμαρκετάδες», που οδηγούν τις τιμές και στις «δύο άκρες» κατακεί που τους συμφέρει. Γιατί τα «καταφέρνουν», θα το δούμε στο τέλος του άρθρου. Ποια είναι, όμως, η ακριβής εικόνα;
Τι πληρώνονται οι αγρότες σε Ελλάδα και Ε.Ε.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2025, για το οποίο υπάρχουν ακριβή στοιχεία τόσο από τη Eurostat όσο και από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), οι τιμές των αγροτικών προϊόντων στο χωράφι σημείωσαν στην Ελλάδα πτώση μεσοσταθμική κατά 7,1%. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι συνάδελφοι των Ελλήνων αγροτών «απολάμβαναν» αυξήσεις 2,6%. Το ίδιο ακριβώς είχε γίνει και το τελευταίο τρίμηνο του 2024, όταν οι τιμές στο χωράφι στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 2,8%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε αύξηση κατά 2,2%. Στον πίνακα παρατίθενται αναλυτικά τα σχετικά στοιχεία. Η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη μεταβλητότητα και συχνά διαφορετική τάση από την Ε.Ε. - πτώσεις τιμών σε περιόδους που η Ε.Ε. έχει αύξηση, και αντίστροφα. Οι πρώτες εκτιμήσεις της Eurostat δείχνουν αύξηση των τιμών παραγωγής αγροτικών προϊόντων στην Ε.Ε. κατά περίπου 3% σε σχέση με το 2024 (τιμές γεωργικών προϊόντων που λαμβάνουν οι παραγωγοί).
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης τιμών εκροών στη γεωργία - κτηνοτροφία για τον Οκτώβριο του 2025 έδειξε μείωση 5,5% σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του 2024. Παρόμοια στοιχεία καταγράφηκαν και για τον Σεπτέμβριο του 2025, δείχνοντας μείωση των τιμών εκροών (-4,2%). Είχε προηγηθεί ο Απρίλιος του 2025 όπου η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε επίσης πτώση -3,7% στον δείκτη τιμών εκροών σε σχέση με τον Απρίλιο του 2024.
Οι αγρότες φτώχυναν μαζί με τους καταναλωτές…
Ταυτόχρονα, όμως, η εικόνα ήταν «μαγική» στην κατανάλωση. Ενώ οι τιμές έπεφταν στο χωράφι, στο ράφι εκτοξεύονταν και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις σε απίστευτα επίπεδα. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτουμε και βασίζονται στις έρευνες της Eurostat, οι Έλληνες καταναλωτές πλήρωσαν το 2025:
* Το μοσχαρίσιο κρέας έως και 14% ακριβότερα από ό,τι οι υπόλοιποι καταναλωτές της Ε.Ε. (σε μέση βάση).
* Το χοιρινό κρέας ελαφρώς μεν υψηλότερα ως προς την Ε.Ε., αλλά 38% ακριβότερα από το 2021.
* Το κοτόπουλο όσο στην Ε.Ε., αλλά +27% από το 2021.
* Το γάλα 5%-15% ακριβότερα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ε.Ε. στην οποία η τιμή παραγωγού μειώθηκε το 2024 και το α΄ εξάμηνο του 2025.
* Τη φέτα 10%-30% ακριβότερα από ό,τι στις χώρες της Ε.Ε., παρότι είναι ελληνικό ΠΟΠ.
* Το ψωμί έως 10% ακριβότερα.
* Τα όσπρια (φασόλια, ρεβίθια κ.ά.) 5%-10% παραπάνω από τους καταναλωτές της Ε.Ε.
Συμπερασματικά, το καλάθι των βασικών τροφίμων στην Ελλάδα το 2025 κοστίζει συνολικά περισσότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., με τις μεγαλύτερες διαφορές να εντοπίζονται σε:
* γαλακτοκομικά και τυριά,
* κρέας,
* ψωμί.
Σε προϊόντα όπως τα λαχανικά και τα φρούτα, οι τιμές είναι πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ή ελαφρώς χαμηλότερες.

Οι αιτίες της κατάστασης και η απειλή της Mercosur
Ο πανευρωπαϊκός ξεσηκωμός των αγροτών, που έχει ως βάση το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», ελέω Μέρκελ και λοιπού «ιερατείου» έχει μεν άλλη αφορμή από τα διαδραματιζόμενα στην Ελλάδα αλλά και μια σημαντική διαφορά. Οι Ευρωπαίοι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, αλιείς κ.λπ. υπερασπίζονται τα επίπεδα τιμών που έχουν κατακτήσει και τα οποία θα απειληθούν από τα φτηνά κρέατα της Αργεντινής, τα ποτάμια καλαμποκιού και οσπρίων του Μεξικού και των άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Σε εποχή φτώχειας τα κατεψυγμένα κρέατα (θα ξαναζήσουμε την εποχή του κιμά «σπέσιαλ») θα κάνουν θραύση όπως και τη δεκαετία του 1960 επί Χούντας (προ και ολίγον μετά…). Βεβαίως, οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ ήδη πωλούν όσπρια Λατινικής Αμερικής. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα ψιλά γράμματα στις συσκευασίες των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας…
Οι Έλληνες παραγωγοί και πουλάνε φθηνότερα και τις επιδοτήσεις τους τις ξεκοκκάλισαν οι ανά την Ελλάδα «οπεκεπέδες» αλλά και δεν διαθέτουν ουσιαστικό φιλοαγροτικό μηχανισμό χρηματοδότησης. Έχουμε ξαναγράψει ότι ενώ οι αγρότες αποτελούν το 11% του συνολικού ενεργού πληθυσμού (η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα στην Ε.Ε. σε ποσοστό αγροτικού πληθυσμού), λαμβάνουν λιγότερο από το 1% της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης. Οι επιδοτήσεις αποτελούν ουσιαστικά τη μόνη πηγή άμεσης ρευστότητας. Η έλλειψη αγροτικής πίστης γίνεται κάθε χρόνο όλο και πιο έντονη από τότε που καταργήθηκε η Αγροτική Τράπεζα. Σε συνδυασμό με τη μείωση των τιμών παραγωγού, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ε.Ε. από το 2021 και μετά, και τις τρομερές καθυστερήσεις των αποζημιώσεων από τον ΕΛΓΑ το μείγμα γίνεται εκρηκτικό. Και η κυβερνητική απόφαση να καταργήσει έναν χρηματοδοτικό οργανισμό και να τον υποκαταστήσει -ποιούσα την ανάγκη δήθεν φιλοτιμία- από την ΑΑΔΕ έχει να κάνει μόνο με τη «διαχείριση κρίσης» του σκανδάλου και όχι με τη διαχείριση του μέλλοντος της πρωτογενούς παραγωγής στην Ελλάδα.
Βεβαίως, πίσω και πέρα από όλα αυτά βρίσκεται μια κυβέρνηση. Ο Κ. Μητσοτάκης και οι υπουργοί του «βλέπουν» τακτικά τους εκπροσώπους των -ολίγων πλέον- μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, αλλά και τους ιδιοκτήτες των μεγάλων βιομηχανιών τροφίμων και τους μεγαλέμπορους. Το τοπίο που έχει διαμορφωθεί στην αγορά μόνο ελεύθερο ανταγωνισμό δεν θυμίζει. Γι’ αυτό ακριβώς, ενώ η τιμή παραγωγού πέφτει, οι τιμές λιανικής απογειώνονται μαζί με τα κέρδη των «μεγάλων» του retail. Στρεβλή αγορά σε όλο της το μεγαλείο, που ουσιαστικά λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς τεράστιων ποσών από τους παραγωγούς και τους καταναλωτές σε κάμποσες δεκάδες οικογένειες…