Επιτεύξιμο, έστω και οριακά, θεωρεί το Δημοσιονομικό Συμβούλιο τον στόχο για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ φέτος, εφόσον βεβαίως τα μέτρα θα έχουν θετικές δυναμικές επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση και, συνακόλουθα, στα φορολογικά έσοδα, σημειώνοντας ότι πέρυσι επετεύχθη η καλύτερη δημοσιονομική επίδοση 24 ετών. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την ισχυρότερη δημοσιονομική επίδοση σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης από το 1995, καθώς το 2018 σημειώθηκε πλεονασματικό ισοζύγιο 1,991 δισ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ.
Τα στοιχεία του τετραμήνου δείχνουν, σύμφωνα με το συμβούλιο, ότι ο προϋπολογισμός κινείται ελαφρά άνω του στόχου, ενώ τα μέχρι τούδε ταμειακά στοιχεία δείχνουν ότι η εκτέλεση του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης κινείται στα ίδια επίπεδα με τα περσινά. Ωστόσο, προσθέτει, σε αυτά δεν έχουν ακόμα καταγραφεί οι επιπτώσεις από τα δημοσιονομικά επεκτατικά μέτρα που ελήφθησαν τον περασμένο μήνα (χορήγηση 13ης σύνταξης, νέες προϋποθέσεις καταβολής συντάξεων χηρείας και μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων).
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, καθώς η επίτευξη του περσινού δημοσιονομικού στόχου πραγματοποιήθηκε κυρίως λόγω ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας και βελτίωσης της φοροεισπρακτικής διαδικασίας, για φέτος απαιτούνται σωρευτικά προϋποθέσεις ώστε να μην υπάρξει υστέρηση σε σχέση με τον δημοσιονομικό στόχο, όπως είναι:
* Επιβεβαίωση των προβλέψεων για την αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης.
*Αποφυγή χαλάρωσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και των φορολογικών ελέγχων, κίνδυνος ο οποίος ελλοχεύει λόγω προεκλογικής περιόδου. Ένα τέτοιο σενάριο, ειδικά κατά την τουριστική περίοδο, θα προκαλούσε σημαντικές απώλειες εσόδων.
* Αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών ώστε να μην υπάρξουν υπερβάσεις.
* Αποφυγή τυχόν ισχυρής δημοσιονομικής διαταραχής από αποδοχή δικαστικών προσφυγών κατά εισοδηματικών περικοπών.
Ως προς τo μακροοικονομικό σκέλος, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θεωρεί ότι εδραιώνεται πλέον η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αφού καταγράφηκε το 2018 θετικός ρυθμός μεγέθυνσης -στο 1,9%- για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.
Ωστόσο, προβληματισμό δημιουργεί η σημαντική κάμψη των πάγιων επενδύσεων κατά 12,2%, με δεδομένο ότι οι προοπτικές για διατηρήσιμη μεγέθυνση -περί το 2%- τα επόμενα χρόνια στηρίζονται στο σενάριο ισχυρής ετήσιας αύξησης των επενδύσεων άνω του 10%.
Όσον αφορά τις μακροοικονομικές εξελίξεις εντός του 2019, στα θετικά καταγράφεται η διατήρηση της πτωτικής τάσης της ανεργίας, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις για οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην αύξηση της απασχόλησης λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού και της παράλληλης κατάργησης της προϋπάρχουσας ηλικιακής διάκρισης για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών.
Το Συμβούλιο επισημαίνει, τέλος, ότι παραμένουν εστίες αβεβαιότητας, με κυρίαρχη, στο εξωτερικό περιβάλλον, την ενδεχόμενη επιβράδυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο τις ελληνικές εξαγωγές προϊόντων προς την Ευρώπη όσο και τις τουριστικές εισπράξεις από τους Ευρωπαίους τουρίστες στην Ελλάδα. Ακόμη, με δεδομένο ότι περίπου το 15% των τουριστικών εισπράξεων προέρχονται από πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου, μια «άτακτη έξοδος» θα επηρέαζε αρνητικά το ελληνικό ισοζύγιο υπηρεσιών.