Η ανάγκη για μεταστροφή της ευρωπαϊκής πολιτικής, η οποία θα συνοδεύεται από σειρά αλλαγών με βασική “αιχμή” τη μείωση των ανισοτήτων και την ενίσχυση της απασχόλησης, τονίζεται στο Υπόμνημα 2018 του Ινστιτούτου Πουλαντζάς δίνοντας παράλληλα το μήνυμα να τίθενται στόχοι για την αύξηση της απασχόλησης και όχι για τη μείωση του χρέους ή των ελλειμμάτων.
Το συγκεκριμένο βασίζεται στις συζητήσεις και τις μελέτες που παρουσιάστηκαν στο 23ο Εργαστήριο για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη, το οποίο διοργανώθηκε από το EuroMemo Group σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς το διάστημα 28-30 Σεπτεμβρίου 2017 στην Αθήνα, όπου οι Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική για την Ευρώπη καταγράφουν τα συμπεράσματά τους.
Οι 4+1 σημαντικές αλλαγές που απαιτούνται
Σύμφωνα με αυτούς, μια πειστική εναλλακτική οικονομική στρατηγική απαιτεί τουλάχιστον πέντε σημαντικές αλλαγές:
1. Η απαίτηση για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια απαίτηση για ισορροπημένη οικονομία που περιλαμβάνει τον στόχο υψηλών και βιώσιμων επιπέδων απασχόλησης.
2. Μακροπρόθεσμα απαιτείται ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού της Ε.Ε. να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση επενδύσεων σε επίπεδο Ε.Ε., καθώς και στη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, και να δημιουργηθεί μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ικανή να υποστηρίξει τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές.
3. Αντί να επικεντρωνόμαστε μόνο στη συνολική ανάπτυξη, μια επιτυχημένη στρατηγική πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην εξάλειψη των ανισοτήτων μεταξύ διαφορετικών περιφερειών και τομέων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αναπτυχθεί μια μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή στρατηγική επενδύσεων για την ευρωπαϊκή, εθνική και τοπική ανάπτυξη.
4. Η αποπληθωριστική στρατηγική της ανταγωνιστικής εσωτερικής υποτίμησης θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια στρατηγική αύξησης των μισθών που να εξασφαλίζει τη δίκαιη συμμετοχή των εργαζομένων στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος και σταθερό πληθωρισμό.
5. Θα πρέπει να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα κατά του φορολογικού ανταγωνισμού.
Πού είναι οι στόχοι για την απασχόληση
Όπως αναφέρεται στο υπόμνημα, από το τέλος του 1970, σύμφωνα με τις περισσότερες μετρήσεις, το μέσο μερίδιο εργασίας του εθνικού εισοδήματος έχει μειωθεί περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες στην Ευρώπη και αυτή είναι μια τάση που διαφαίνεται ότι θα επικρατεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στην Ευρώπη της κρίσης φαντάζει οξύμωρο το ότι, σε αντίθεση με τους στόχους για το έλλειμμα και το χρέος του Συμφώνου Σταθερότητας και Αναπτυξης, η Ε.Ε. δεν θα επιβάλει κυρώσεις στα κράτη - μέλη που δεν θα επιτύχουν αυτούς τους κοινωνικούς στόχους
Όπως επισημαίνεται, η Ε.Ε. δεν έχει θέσει κριτήρια αναφοράς για τα επίπεδα κοινωνικών δαπανών ως ποσοστό των συνολικών κρατικών δαπανών και οι ανισότητες είναι τεράστιες: στα νεοεισερχόμενα κράτη - μέλη (μετά το 2004) το ποσοστό των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας βρίσκεται κατά μέσον όρο στο 32,1% του συνόλου των κρατικών δαπανών, σε αντίθεση με τα κράτη - μέλη της Ε.Ε. των 15, στα οποία το ποσοστό των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας φτάνει στο 39,8% και παρά το γεγονός ότι η φτώχεια και η υλική αποστέρηση είναι πιο εμφανείς στα νεοεισερχόμενα κράτη - μέλη.
Οι φτωχοί, οι άνεργοι και οι τράπεζες
Η ανεργία των νέων στην Ε.Ε. παραμένει πεισματικά υψηλή στο 18,6%, σε 11 κράτη - μέλη βρίσκεται πάνω από το 20%, ενώ στην Ελλάδα και την Ισπανία βρίσκεται σε καταστροφικά υψηλά επίπεδα (στο 47,3% και στο 44,4% αντίστοιχα). Η ανεργία για τα άτομα που εγκαταλείπουν το σχολείο, τους εκπαιδευόμενους με ειδίκευση και τους αποφοίτους είναι ένας βασικός παράγοντας των υψηλών ποσοστών της ινδοευρωπαϊκής μετανάστευσης για εργασία από τις περιφέρειες της νότιας και της ανατολικής Ευρώπης προς τα πιο πλούσια κράτη - μέλη της Ε.Ε. στον Βορρά και τη Δύση. Αυτές οι σημαντικές δημογραφικές μετατοπίσεις ενισχύονται από τα αυξημένα επίπεδα υλικής υστέρησης (7,5% του πληθυσμού της Ε.Ε. των 28 ή 38 εκατομμυρίων ανθρώπων).
Τα αυξανόμενα επίπεδα οικονομικής αβεβαιότητας και ο αυξανόμενος αριθμός των αστέγων σε όλα τα κράτη της Ε.Ε., πλην της Φινλανδίας, έχουν διατηρήσει από το 2008 σχεδόν αμετάβλητα τα επίπεδα των ατόμων που βρίσκονται «σε κίνδυνο φτώχειας» με το 23,8% του πληθυσμού να εμπίπτει σήμερα σε αυτή την κατηγορία. Σε μια περίοδο όπου οι φτωχοί και οι ευάλωτοι χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη, εισάγονται προγράμματα λιτότητας. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις πολύ μικρές αποταμιεύσεις των φτωχότερων νοικοκυριών και την περιορισμένη πρόσβαση στα επίσημα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να αντιστραφεί το κλίμα κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε., το 7% όλων των ενηλίκων στην Ε.Ε. των 15 και το 34% όλων των ενηλίκων στα νέα κράτη - μέλη, 30 εκατομμύρια άνθρωποι συνολικά, δεν έχουν πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Επιπλέον όσοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας του 60% του μέσου εισοδήματος έχουν διπλάσιες πιθανότητες (22%) να μην διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό σε σύγκριση με όσους ζουν πάνω από το όριο της φτώχειας (9.5%). Οι φτωχοί είναι αναγκασμένοι να καταφεύγουν στην οικογένεια και τους φίλους, άλλα και στους τοκογλύφους και τους δανειστές μικρής διάρκειας για να χρηματοδοτήσουν τις ανάγκες τους, ενώ οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σώθηκαν από τη χρεοκοπία εις βάρος των φορολογουμένων.