Ρεπορτάζ: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν το βράδυ της Πέμπτης οι εκπρόσωποι υπουργείου Οικονομικών και κουαρτέτου ανανέωναν το ραντεβού επί δημοσιονομικών και φορολογικών για το μεσημέρι του Σαββάτου, αποχωρούσαν από το Χίλτον όπου λαμβάνουν χώρα οι διαπραγματεύσεις γνωρίζοντας ότι απομένουν να γεφυρωθούν αρκετά κενά.
Το φορολογικό που συζητήθηκε περιστράφηκε γύρω από δύο διαφορετικές προτάσεις: αυτή της Ελλάδας και αυτή των δανειστών. Βρίσκονται και οι δύο στο τραπέζι και διαφέρουν σε θέματα κλιμάκωσης συντελεστών και αφορολογήτου. Πάντως, παραμένει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η ελληνική πρόταση για τέσσερις συντελεστές φορολογίας εισοδήματος: 22% έως 25.000 ευρώ, 32% για 25.000 έως 30.000 ευρώ, 42% από 30.000 ευρώ έως 60.000 ευρώ και 50% για μεγαλύτερα ποσά. Η καλύτερη του αναμενόμενου πορεία των εσόδων προβλήθηκε, σύμφωνα με κυβερνητικούς παράγοντες, ως επιχείρημα για την θέσπιση της προτεινόμενης από την Αθήνα φορολογικής κλίμακας. Και θεωρείται εφικτό να εισπραχθούν 140 εκατ. ευρώ από ενοίκια, 32 εκατ. ευρώ από τους αγρότες και 150 εκατ. ευρώ από εισοδήματα φυσικών προσώπων, καθώς και 210 εκατ. ευρώ από το τέλος των 5 λεπτών στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ.
Στα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς παρατέθηκε ακόμη το γεγονός ότι παρατηρείται ικανοποιητική πορεία των εσόδων και ιδιαίτερα από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και τη φορολόγηση του τζόγου.
Από την πλευρά του το ΔΝΤ είναι κατά του υψηλού συντελεστή και κατά των πολλών μηνιαίων δόσεων του φόρου εισοδήματος, ενώ ζητάει και συρρίκνωση του αφορολογήτου. Η διαφορά όμως μπορεί να γεφυρωθεί, σχολιάζουν εμπλεκόμενες πλευρές.
Απαιτήσεις - σοκ
Στο ασφαλιστικό, το οποίο συνδέεται και αυτό εμμέσως με το δημοσιονομικό κενό, κατατέθηκαν απαιτήσεις «σοκ» από το ΔΝΤ για την καταβαράθρωση της εθνικής σύνταξης από τα 384 ευρώ στα 180 ευρώ τον μήνα και για περικοπές στις υφιστάμενες συντάξεις άνω των 1.000 ευρώ.
Στο μείζον θέμα του δημοσιονομικού κενού, που είναι και η «πηγή του κακού», αναμένεται μεν συμβιβασμός μεταξύ Αθήνας και Ευρωπαίων εταίρων από τη μία πλευρά και ΔΝΤ από την άλλη, όμως αυτό δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί άμεσα. Κι αυτό διότι τα οριστικά στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2015 θα είναι γνωστά τον Απρίλιο και ως εκ τούτου, εάν θα απαιτηθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ ΔΝΤ και Ε.Ε. μπορεί να συνεχιστούν και έως τον Μάιο.
Η Ελλάδα βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό το παζάρι με τις Βρυξέλλες, που κάνουν λόγο για δημοσιονομικό κενό 3% του ΑΕΠ (με άμεσα μέτρα το 2016 για το 2% του ΑΕΠ) έως το 2018 αντί για 4,5% που απαιτεί το ΔΝΤ). Πάντως, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, έως το τέλος της ερχόμενης εβδομάδας θα έχουν κλείσει ασφαλιστικό και φορολογικό, που θα πάρουν τη μορφή πολυνομοσχεδίου την τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου, με άμεσα «ανταλλάγματα», όπως λ.χ. την επανενεργοποίηση τουwaiver, η οποία θα επιτρέψει στις ελληνικές τράπεζες να λαμβάνουν απευθείας ρευστότητα δίνοντας ως εγγύηση ελληνικά ομόλογα στην ΕΚΤ ή ακόμη και η σύγκληση ενός έκτακτου Eurogroup, προκειμένου να γίνει ρητή αναφορά σε αναδιάρθρωση του χρέους.
Εκτός όμως των σκοπέλων του φορολογικού και του ασφαλιστικού, η κυβέρνηση καλείται να βρει άμεση λύση και σε άλλα βασικά θέματα της αξιολόγησης, όπως είναι λ.χ. το Ταμείο Διαχείρισης Δημόσιας Περιουσίας, για το οποίο υπήρξαν έντονες τριβές με τα τεχνικά κλιμάκια την προηγούμενη Πέμπτη και ειδικά στο θέμα των προσδοκώμενων εσόδων ή ακόμη η διαχείριση των κόκκινων στεγαστικών και τωνδανείων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
"Σύμμαχος" η έκθεση του ΟΟΣΑ
Πάντως, ήταν ευτυχής σύμπτωση το ότι η συζήτηση με το κουαρτέτο για τα δημόσια οικονομικά ξεκίνησε αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του ΟΟΣΑ. Τα σημεία της έκθεσης που επικαλέσθηκε η ελληνική πλευρά, κυρίως έναντι των κατά κανόνα αδιάλλακτων θέσεων του ΔΝΤ, ήταν πλήρως υποστηρικτικά των ελληνικών θέσεων για μεταβολές στην φορολογική κλίμακα προς όφελος των χαμηλότερων εισοδημάτων με υψηλότερους συντελεστές για τα υψηλότερα, για σμίκρυνση του προβλεπόμενου δημοσιονομικού κενού, για σημαντικά δημοσιονομικά επιτεύγματα κατά το 2015 και για τη ζωτικής σημασίας για την ελληνική οικονομία ανάγκη αποφυγής νέων σκληρών μέτρων.
Επικαλέστηκε η ελληνική πλευρά το ότι το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2015 θα ήταν ακόμη πιο ενθαρρυντικό αν δεν υπήρχε το υψηλό κόστος της εισροής προσφύγων που υπολογίζεται σε περίπου 0,4% του ΑΕΠ για το 2015 (και με ανοικτά τα σύνορα) που απέσβεσε σημαντικό μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής η οποία προέκυψε με σκληρές θυσίες. Όπως επίσης τόνισε ότι η διαδικασία προσαρμογής έχει βασιστεί μέχρι σήμερα υπερβολικά στα δημοσιονομικά μέτρα με έκκληση προς τους θεσμούς αν είναι δυνατόν να μην ληφθούν άλλα περιοριστικά μέτρα για να μην χτυπηθεί η ανάπτυξη, που υπολογίζεται σε 1,9% το 2017 με ύφεση 0,1% εφέτος.