Την εξαίρεση από την πώληση σε funds των ευαίσθητων κατηγοριών κόκκινων δανείων, όπως τα στεγαστικά, τα μικρά καταναλωτικά δάνεια και τα δάνεια προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, επιθυμεί η κυβέρνηση, όπως επανέλαβε ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Σταθάκης στο Bloomberg.
Όπως είπε ο υπουργός, «θέλουμε να υπάρξει μακρά μεταβατική περίοδος για τις ευαίσθητες κατηγορίες, όπως τα στεγαστικά, τα μικρά καταναλωτικά δάνεια, καθώς και τα δάνεια προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» για να συμπληρώσει: «η θέση της κυβέρνησης είναι πως έχουμε ήδη ανοίξει το 50% της αγοράς των μη εξυπηρετούμενων δανείων».
Ο ίδιος ανέφερε πως «υπάρχουν διαφορετικές απόψεις με τους δανειστές για το θέμα αυτό", συμπληρώνοντας ότι «διαπραγματευόμαστε». Πέρυσι η Βουλή νομοθέτησε τη διευκόλυνση της πώλησης των κόκκινων δανείων μεγάλων επιχειρήσεων, ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Σταθάκη, η αγορά δεν είναι ακόμα λειτουργική.
Ο Γ. Σταθάκης απέρριψε τις εικασίες περί πρόωρων εκλογών και πολιτικής αστάθειας και σημείωσε πως «θα υπάρξει διάλογος για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και η κοινοβουλευτική μας πλειοψηφία θα παραμείνει αλώβητη», ενώ είπε πως «αν γίνονταν εκλογές, θα τις κερδίζαμε».
Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση, ο υπουργός είπε πως «ήρθε η ώρα να κάτσουμε γύρω από ένα τραπέζι και, μέσα σε λίγες εβδομάδες, να ολοκληρώσουμε την αξιολόγηση», τονίζοντας πως η παράταση των διαπραγματεύσεων δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Κατά τον ίδιο, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, το κλίμα στην ελληνική αγορά θα βελτιωθεί και η οικονομία θα ανακάμψει από το δεύτερο ήμισυ του τρέχοντος έτους.
Στο θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναφέρθηκε χθες ο Μάριο Ντράγκι μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου. Ο επικεφαλής της ΕΚΤ ανέφερε πως η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κάνει σοβαρή προσπάθεια έτσι ώστε να «λειτουργήσει η στρατηγική για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια», συμπληρώνοντας πως αυτό θα βοηθήσει στη διοχέτευση κεφαλαίων στον ιδιωτικό τομέα.
Ο κ. Ντράγκι δήλωσε επίσης πως οι συζητήσεις με τις ελληνικές αρχές βρίσκονται σε εξέλιξη, σημειώνοντας πως "είναι πολύ νωρίς για να καθορίσουμε ένα χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της αξιολόγησης" και αναφέροντας πως η «ταχύτητα» ολοκλήρωσης αποτελεί ζήτημα καίριας σημασίας. Στόχος, είπε, είναι να συμφωνηθεί ένα πακέτο μέτρων «σταθερό» και «βιώσιμο», ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους όσον αφορά το πρόγραμμα και την υλοποίησή του.