ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
Ενώ οι διαπραγματεύσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης, με τους εταίρους είναι σε πλήρη εξέλιξη το Δ.Σ. της ΕΚΤ αποφάσισε την παραμονή της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών Ελλάδας - Γερμανίας να μην κάνει αποδεκτούς τίτλους έκδοσης ή εγγύησης, του Ελληνικού Δημοσίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, από την ημερομηνία λήξης της υφιστάμενης πράξης 11 Φεβρουαρίου και μετά.
Ανακάλεσε έτσι δική της προηγούμενη πράξη με την οποία οι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου, θα γίνονταν δεκτοί μέχρι 28 Φεβρουαρίου, λόγω της μέχρι την ημερομηνία εκείνη παράτασης του προγράμματος. Η ανάκληση αυτή δεν στηρίζεται σε κάποιο νομικό γεγονός, άλλωστε η ελληνική κυβέρνηση δεν κατήγγειλε την υφιστάμενη τεχνική παράταση του προγράμματος. Η απόφαση ελήφθη χωρίς κανένα νομικό λόγο και χωρίς να μεταβληθούν οι γενικές παράμετροι της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Η επίκληση από την ΕΚΤ του επιχειρήματος ότι «με τις παρούσες συνθήκες δεν θεωρείται πιθανή η επιτυχής ολοκλήρωση της επιθεώρησης του προγράμματος», δεν αποτελεί ισχυρή νομική βάση διότι η πιθανότητα της μη επιτυχούς ολοκλήρωσης ήταν σύμφυτη με την ίδια την παράταση μέχρι 28 Φεβρουαρίου.
Εξάλλου η αξιολόγηση θα έπρεπε να γίνει από την τρόικα, ο ρόλος και η σύνθεση της οποίας στερούνται νόμιμου ερείσματος στις συνθήκες της Ε.Ε. αλλά και στο καταστατικό της ΕΚΤ.
Το γεγονός ότι εξαιτίας της rotation στα δικαιώματα ψήφου, που θεσπίστηκε μετά τις τελευταίες διευρύνσεις της Ευρωζώνης, Ελλάδα, Κύπρος, Γαλλία, Ιρλανδία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, διευκόλυνε τα σχέδια της Γερμανίας, δείχνει ακριβώς τον βαθμό εμπλοκής της απόφασης της ΕΚΤ στις διαπραγματεύσεις.
Είναι προφανές ότι η απόφαση αυτή που επίσπευσε κατά 17 μέρες την μη αποδοχή των τίτλων έκδοσης ή εγγύησης, του Ε.Δ., είναι μια πολιτική απόφαση ενταγμένη στο γερμανικό σχέδιο για κλιμακούμενη πίεση στην Ελλάδα, όσο προχωρούν οι διαπραγματεύσεις. Κανένας λόγος νομισματικής πολιτικής δεν υπαγόρευε αυτήν την χρονική σύντμηση. Αντίθετα μοναδικός λόγος ήταν το περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής και η πίεση να αποδεχθεί η παρούσα κυβέρνηση τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η προηγούμενη.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να αποδεχθεί χωρίς άλλο, την απόφαση, για μόνο τον λόγο ότι ταυτόχρονα με αυτήν αποφασίστηκε από το Δ.Σ. της ΕΚΤ ότι η ρευστότητα θα εξασφαλίζεται μέσω του μηχανισμού ELA.
***
Η απόφαση δεν προσφέρεται για νομικές ενέργειες, καθώς αφορά την άρση της παραίτησης της ΕΚΤ, από τον κανόνα αποδοχής τίτλων με ένα ελάχιστο επίπεδο πιστοληπτικής διαβάθμισης, παραίτηση που της επέτρεπε να αποδέχεται του τίτλους του Ε.Δ. Ωστόσο θα πρέπει να τεθεί το πολιτικό ζήτημα που προκύπτει, για να αποφευχθούν παρόμοιας έμπνευσης αποφάσεις.
Αλλά πρέπει να επισημανθεί με σαφήνεια ότι με αυτήν η ΕΚΤ κινείται στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής και δέχεται να χρησιμοποιηθεί στην πράξη ο θεσμός της Κεντρικής Τράπεζας, για την άσκηση πολιτικών πιέσεων, λαμβάνοντας θέση στη διαπραγμάτευση υπέρ της μίας πλευράς. Με τον τρόπο αυτό θα τεθεί με σαφήνεια το πλαίσιο και τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινείται η ΕΚΤ, όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων.
***
Είναι φανερό ότι η γερμανική πλευρά θέλει να κλείσει η διαπραγμάτευση πριν καν αρχίσει ει δυνατόν και στο προσεχές Eurogroup και Συμβούλιο Κορυφής 11 και 12 Φεβρουαρίου με την αποδοχή λίγο ή πολύ όλων των δεσμεύσεων της προηγούμενης κυβέρνησης και επεδίωξε να γίνουν οι συνεδριάσεις με καθεστώς μη επιλεξιμότητας των τίτλων Ελληνικού Δημοσίου από την ΕΚΤ.
Είναι πιθανό ότι εφόσον η επιδιωκόμενη συμφωνία δεν ολοκληρωθεί άμεσα ή αν δεν διαφαίνεται με σαφή τρόπο η κατάληξη και το περιεχόμενο της, να γίνει απόπειρα να χρησιμοποιηθεί ξανά η ΕΚΤ, αυτή τη φορά στην κατεύθυνση των υποδείξεων Βάιντμαν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την ανακοίνωση της ΕΚΤ, έσπευσε να δηλώσει ότι η περαιτέρω χρηματοδότηση μέσω του μηχανισμού του ELA στην ΤτΕ πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο και προϋποθέσεις και να είναι περιορισμένη. Είναι σαφές ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει και μπορεί να αποτραπεί.
Ουσιαστικά από το σκέλος της απόφασης της ΕΚΤ για τον ELA, προκύπτει ότι η επιτυχία της Γερμανίας είναι πύρρεια και ότι η Ελλάδα έχει ένα μεγάλο όπλο στη διαπραγμάτευση, τη διατήρηση της παροχής ρευστότητας για όσο χρόνο είναι αναγκαίος, με κόστος 1,55%.
Η ίδια η απόφαση περί μη αποδοχής των τίτλων του Ε.Δ. ορίζει ότι «δεν έχει συνέπειες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας όσον αφορά πράξεις νομισματικής πολιτικής» διότι η ρευστότητα προς αυτό θα διασφαλίζεται από τον μηχανισμό ELA της ΤτΕ, για τον οποίο η χορηγηθείσα έγκριση είναι μέχρι του ποσού των 60 δισ.
***
Με την απόφαση της, η ΕΚΤ αναγνωρίζει την ανάγκη διατήρησης της νομισματικής σταθερότητας στην Ελλάδα ως μέλος της ευρωζώνης, παρά την μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος από την τρόικα αφού η απόφαση για την παροχή ρευστότητας μέσω ELA ελήφθη με αυτό το δεδομένο.
***
H αναγνώριση από την ΕΚΤ ότι η απόφαση της δεν θα έχει επιπτώσεις στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, όσον αφορά νομισματικές πράξεις, συνιστά νομική αυτοδέσμευση, ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει δεν πρέπει να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη νομισματική σταθερότητα στην Ελλάδα, με δεδομένη την πολιτική αλλαγή στη χώρα.
Είναι μια νομική δέσμευση, με αιτιολογία ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά πρόγραμμα σε ισχύ, αφού η ΕΚΤ εκτίμησε ότι δεν θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του, άρα σε χρόνο που ουσιαστικά η Ελλάδα είναι εκτός προγράμματος και συνιστά ένα πλαίσιο σταθερής απόρριψης οποιωνδήποτε μελλοντικών πιέσεων της γερμανικής ή άλλης κυβέρνησης προς την ΕΚΤ, για περικοπή ή περιορισμό του ορίου του ELA, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ως μέσο άσκησης πιέσεων στην Ελλάδα, για το περιεχόμενο της συμφωνίας και της οικονομικής πολιτικής.
Οι νομικές συνέπειες της απόφασης για παροχή ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα μέσω ELA, εκτείνονται λοιπόν και μετά τις 28 Φεβρουαρίου και για όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων.
Η αιτιολογία της πράξης της 4.2.2015 ως προς την παροχή ρευστότητας μέσω ELA στο τραπεζικό σύστημα της χώρας, δεσμεύει και τις επόμενες ανά 15ήμερο εγκρίσεις της ΕΚΤ και τυχόν περιοριστική απόκλιση από το πλαίσιο αυτό θα είναι μη νόμιμη.