Της Κάκης Μπαλή
Το ευρωπαϊκό σκηνικό μία εβδομάδα πριν από τις ελληνικές κάλπες γίνεται όλο και πιο πολύπλοκο, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο. Η κεντρική Ευρώπη νιώθει ότι βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας από τους τζιχαντιστές -μετά το τρομοκρατικό μακελειό στο Παρίσι, τις αιματηρές επιχειρήσεις της αστυνομίας στο Βέλγιο και τις αναίμακτες σε Βρετανία, Γερμανία και Ολλανδία- και τρέμει τον αντίκτυπο του φόβου στις κοινωνίες της. Αλλά και στο οικονομικό επίπεδο, το σοκ της απαγκίστρωσης του ελβετικού φράγκου από το ευρώ -ενδεχομένως ως προληπτική κίνηση προστασίας της «ασφαλούς» Ελβετίας από το... μπαζούκα του Μάριο Ντράγκι- ενισχύει την αγωνία για το τι θα κάνει τελικά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ερχόμενη Πέμπτη, για το πότε και πόσο μεγάλο θα είναι το περιβόητο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που φαίνεται ότι όλοι προεξοφλούν.
Μέσα σ' αυτό το εκρηκτικό τοπίο, οι Ευρωπαίοι εταίροι αντιμετωπίζουν μάλλον στωικά τον παράγοντα Ελλάδα, ρίχνοντας καθημερινά τους τόνους εν όψει των εκλογών, και ποντάροντας ότι την επόμενη μέρα θα βρουν ένα modus vivendi με τον νικητή τους - πιθανότατα τον «άβολο» ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, έχει αρχίσει να γίνεται της... μόδας μια ατάκα που χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι της Merrill Lynch ότι ο «μπαμπούλας» Τσίπρας θυμίζει τον «μπαμπούλα» Λούλα, ο οποίος είχε τρομάξει ως υποψήφιος τις αγορές, για να φέρει στη συνέχεια ως πρόεδρος της Βραζιλίας την πρόοδο στη χώρα του.
Ομοβροντία κατά του Grexit
Στο μεταξύ, έχει αρχίσει να μοιάζει με χιλιοπαιγμένη κασέτα, η επανάληψη της δήλωσης ότι «η Ελλάδα δεν θα φύγει από το ευρώ», ότι «η Ευρώπη θέλει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη», ότι «δεν τίθεται επ' ουδενί τέτοιο ζήτημα». Το είπε η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, το είπε η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ, το είπε ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, το είπαν επίτροποι και κεντρικοί τραπεζίτες, το είπαν αναλυτές και σχολιαστές, το είπε σχεδόν όποιος ρωτήθηκε. Και ρωτήθηκαν πολλοί.
Εξίσου πολλοί -και σίγουρα όλοι όσοι αναφέρθηκαν ονομαστικά παραπάνω- είπαν, επίσης, ότι «η όποια επόμενη ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται από τις συμφωνίες της χώρας». Κι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν ξεχνάει να απειλεί ότι «στην αντίθετη περίπτωση τα πράγματα θα είναι δύσκολα».
Τα ενέχυρα και ο ELA
Για το μεσοδιάστημα, η ηγεσία της ΕΚΤ, ο διοικητής της Μάριο Ντράγκι, ο διευθυντής της Μπενουά Κερέ και πολλά μέλη του διευθυντηρίου της, κάθε φορά που ερωτούνται τονίζουν ότι το σημερινό καθεστώς χρηματοδότησης για τις ελληνικές τράπεζες -βάζοντας ως ενέχυρα ελληνικά ομόλογα- ισχύει όσο υπάρχει πρόγραμμα με την Ε.Ε., κάποιοι μάλιστα προσθέτουν «όσο υπάρχει πρόγραμμα με το ΔΝΤ». Αυτό επαναφέρει την αίσθηση του επείγοντος στη διαπραγμάτευση της επόμενης κυβέρνησης με τους εταίρους -καθώς το πρόγραμμα υποτίθεται ότι λήγει στις 28 Φεβρουαρίου-, πλην όμως κανείς δεν θέλει να βάλει στην Ελλάδα το μαχαίρι στον λαιμό και να ρισκάρει ένα «ατύχημα» αφού οι περισσότερες χώρες από τη δική τους εμπειρία θεωρούν αυτονόητο ότι μπορεί να διαρκέσει πάνω από μερικές μέρες η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εταίροι είναι πρόθυμοι να κάνουν παραχωρήσεις -κάθε άλλο, φροντίζουν να ανεβάζουν τον πήχη της διαπραγμάτευσης, ειδικά στο θέμα του χρέους- αλλά δεν θέλουν και να την τινάξουν στον αέρα πριν καλά καλά αρχίσει, παίρνοντας το ρίσκο μιας αναζωπύρωσης της ευρωκρίσης, μόνο για τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει η Ελλάδα τον Μάρτιο.
Γι' αυτό ακριβώς, δικλείδα ασφαλείας για τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών υπάρχει και είναι αφενός η παράταση του προγράμματος εγγυήσεων και ομολογιακών δανείων για τις ελληνικές τράπεζες από την Κομισιόν μέχρι τις 30 Ιουνίου του 2015, που εγκρίθηκε την περασμένη Τετάρτη, αφετέρου η ύπαρξη του ELA, του μηχανισμού έκτακτης χρηματοδότησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, στον οποίο ζήτησαν προληπτικά να ενταχθούν δύο από τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες - και εξαιτίας της κίνησης της Ελβετίας με το φράγκο. Μπορεί η χρηματοδότηση από τον ELA να είναι ακριβότερη από την άμεση χρηματοδότηση από την ΕΚΤ -οι εκτιμήσεις είναι για ένα επιτόκιο της τάξης του 1,55% έναντι του 0,05%- αλλά ούτε κατά διάνοια δεν είναι απαγορευτική.
Το αίνιγμα της ποσοτικής χαλάρωσης
Η αγωνία των κυβερνήσεων και των αγορών, όμως, δεν είναι τι θα γίνει με τις ελληνικές τράπεζες -ακόμη και οι συνήθως επιρρεπείς στην κινδυνολογία επενδυτικοί οίκοι επισημαίνουν ότι είναι σχετικά υγιείς και τα πήγαν καλά στα τεστ αντοχής της ΕΚΤ- αλλά τι θα γίνει συνολικότερα με την εξαιρετικά αναιμική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και με τον επικίνδυνα χαμηλό πληθωρισμό, που δεν έχει γυρίσει σε αρνητικό πρόσημο μόνο εξαιτίας της κατακρήμνισης της τιμής του πετρελαίου. Γι' αυτό και μετρούν τις ώρες μέχρι το μεσημέρι της 22ας Ιανουαρίου, που θα τελειώσει μια από τις κρισιμότερες συνεδριάσεις του διευθυντηρίου της ΕΚΤ. Μέχρι την τελευταία στιγμή οι δύο αντικρουόμενες απόψεις προσπαθούν με διαρροές, αλλά και επίσημες τοποθετήσεις στον διεθνή Τύπο, να επηρεάσουν την απόφαση του διευθυντηρίου, η οποία, σύμφωνα με τον Ντράγκι, «δεν απαιτεί ομοφωνία».
Οι ένθερμοι υπερασπιστές του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE), θα ήθελαν να βγει την Πέμπτη ο Ντράγκι και να πει ότι θα αγοράσει άμεσα κρατικά ομόλογα, αξίας τουλάχιστον 500 δισεκατομμυρίων ευρώ και κατά προτίμηση από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, ακόμη και από αυτές με χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση, όπως η Ελλάδα. «Το πρόγραμμα πρέπει να είναι μεγάλο», είπε σε μια πλειάδα συνεντεύξεων ο Κερέ. Οι πολέμιοι της ιδέας, κυρίως οι Γερμανοί της Bundesbank, θα προτιμούσαν να μην ενεργοποιηθεί ποτέ το QE, να μείνει απλώς ως πιστόλι στο τραπέζι των αγορών, όπως συμβαίνει τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Όμως, η απειλή του μπαζούκα εξάντλησε τα περιθώριά της, τώρα η ΕΚΤ πρέπει να δράσει. Και οι Γερμανοί -και μέσω των τελευταίων διαρροών στο Spiegel, ότι η ΕΚΤ θα αποκλείσει από το πρόγραμμα τα ελληνικά ομόλογα- προσπαθούν να περιορίσουν την ήττα τους. Την Πέμπτη θα ξέρουμε κατά πόσο θα τα καταφέρουν.
Το αγκάθι του κουρέματος
Όσο για το θέμα του κουρέματος του χρέους, ήρθε στο τραπέζι για να μείνει. «Αποκλείεται να το δεχτούμε», λένε οι άνθρωποι της ΕΚΤ, επικαλούμενοι το καταστατικό της ευρωτράπεζας, λένε η γερμανική και η φινλανδική κυβέρνηση, λένε οι άνθρωποι της Κομισιόν. Ωστόσο, πληθαίνουν οι φωνές που συζητούν μια «ελάφρυνση» του χρέους και εντός της ΕΚΤ και εντός της Κομισιόν, μέσω μιας σημαντικής επιμήκυνσης των ωριμάνσεων των δανείων και «σχεδόν μηδενισμού» των επιτοκίων, για ένα μεγάλο διάστημα. Επιπλέον, εμφανίστηκε την περασμένη εβδομάδα κι ένας αναπάντεχος υποστηρικτής στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για μια ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος ο Ιρλανδός υπουργός Οικονομικών, Μάικλ Νούναν. Μάλιστα, κυβερνητικές πηγές της Ιρλανδίας υποστήριξαν ότι μια τέτοια διάσκεψη θα πρέπει να ασχοληθεί με το ελληνικό, το ιρλανδικό, το ισπανικό και το πορτογαλικό χρέος και «να αποτελέσει συστατικό μιας νέας προσέγγισης των προβλημάτων της ευρωκρίσης».