Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή
Η προσωρινή παύση συναγερμού εν όψει των ελληνικών εκλογών καλά κρατεί, καθώς κανείς στον έξω κόσμο δεν θέλει να προκαλέσει πρόωρες αναταράξεις, την ώρα που όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στη συνεδρίαση του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την Πέμπτη πριν από τις ελληνικές κάλπες. Η αναμενομένη -και αμφιλεγόμενη για τους Γερμανούς και τους πιστούς συνοδοιπόρους τους- έναρξη του προγράμματος μαζικής αγοράς κρατικών ομολόγων είναι αυτό που κρατά κυβερνήσεις και αγορές με κομμένη την ανάσα και δεν θέλουν επιπλέον «μπαμπούλες».
Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters περί «μη ανησυχίας» από τις εκροές τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα. Το πρακτορείο ρώτησε Έλληνες τραπεζίτες κι αυτοί απάντησαν ότι οι αναλήψεις λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας ήταν μικρές σε σχέση με το 2012 και περιορίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας. «Δεν υπάρχει κόκκινος συναγερμός για εκροές καταθέσεων στο εξωτερικό. Υπήρχαν αυξημένες αναλήψεις για πληρωμές φόρων, αλλά τα ποσά που φεύγουν από τους λογαριασμούς των νοικοκυριών εισρέουν σε λογαριασμούς του κράτους παραμένοντας στο σύστημα», είπε στο Reuters αξιωματούχος της Τράπεζας της Ελλάδος.
Νοβότνι: «Ξεχάστε το κούρεμα»
Πάντως, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ, που αποφεύγουν συστηματικά να εμπλακούν στις ελληνικές εκλογές, ένα δεν ξεχνούν να υπογραμμίσουν σε κάθε συνέντευξή τους: ότι το ελληνικό χρέος που κρατά η ΕΚΤ δεν κουρεύεται. Αυτό επανέλαβε χθες και ο Έβαλντ Νοβότνι, διοικητής της Τράπεζας της Αυστρίας και μέλος του διευθυντηρίου της ΕΚΤ, μιλώντας στην εφημερίδα του Τυρόλου. «Μια νέα διαγραφή χρέους για την Ελλάδα είναι από νομική άποψη απαγορευμένη κρατική χρηματοδότηση», είπε και πρόσθεσε ότι κάποιοι εμπειρογνώμονες αναμένουν πως, αντί διαγραφής, θα μπορέσει να υπάρξει διαπραγμάτευση για παράταση του χρόνου αποπληρωμής.
Σύμφωνα με τον Νοβότνι, τα χρονικά περιθώρια για την Ελλάδα είναι «στενά», καθώς λήγει στις αρχές Μαρτίου το πρόγραμμα της Ε.Ε. για την Ελλάδα, και «χωρίς ένα πρόγραμμα σε ισχύ, επηρεάζονται εξαιρετικά αρνητικά οι δυνατότητες της ΕΚΤ να παραχωρήσει δάνεια σε ελληνικές τράπεζες».
Στο ερώτημα πόσο πιθανή είναι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, ο Νοβότνι απαντά ότι δεν θα απέκλειε τελείως ένα τέτοιο σενάριο, το οποίο, όπως λέει, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, σίγουρα ανεπιθύμητο, και «καταστροφή για την Ελλάδα».
Γιόσκα Φίσερ: «Τι περιμένετε ακόμα;»
Στο μεταξύ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και πρώην ηγέτης των Πράσινων, Γιόσκα Φίσερ, έσπευσε να προειδοποιήσει από τις σελίδες της Sueddeutsche Zeitung τις ηγεσίες της Ευρώπης και το «ανίκανο Eurogroup» να προσπαθήσουν να ανοίξουν μια αναπτυξιακή προοπτική ειδικά για τις χώρες της κρίσης, αλλιώς «θα αναγεννηθεί ο εθνικισμός στην Ευρώπη».
Ο Φίσερ πιστεύει ότι η κρίση θα αναζωπυρωθεί, αυτή τη φορά πολιτικά κι όχι οικονομικά, με θρυαλλίδα πάλι την Ελλάδα. Και θεωρεί ότι η νέα διαπραγμάτευση με την τρόικα, στην οποία θα επιμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ -εάν κερδίσει τις εκλογές και δεν «εξαπατήσει» τους ψηφοφόρους του-, και οι πιθανές υποχωρήσεις που ενδέχεται να πετύχει, μπορεί να λειτουργήσουν ως «χιονοστιβάδα» σε όλο τον ευρωπαϊκό Νότο και τη Γαλλία. «Μια χιονοστιβάδα που θα διώξει την πολιτική λιτότητας και θα επαναφέρει την κρίση στην Ευρωζώνη», όπως γράφει.
Για τον Φίσερ, «η Ελλάδα είναι μικρή για να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο στην Ευρωζώνη, αν και δεν μπορεί κανείς να προβλέψει τις αντιδράσεις των αγορών, πλην όμως το εκλογικό αποτέλεσμα των Αθηνών θα μπορούσε να πυροδοτήσει τεράστια πολιτική κρίση, η οποία να μεταπηδήσει στην Ιταλία και αργότερα στη Γαλλία, στη δεύτερη και τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης».
Αλλά ακόμη κι αν γίνει το -κατά Φίσερ- «θαύμα» και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κερδίσει τις εκλογές, ο πολιτικός κίνδυνος αναζωπύρωσης της κρίσης απλώς μεταφέρεται λίγο αργότερα στο μέλλον, καθώς η «καταιγίδα» μαίνεται και στην Ιταλία, «με τη δυσαρέσκεια των Ιταλών να μη στρέφεται πλέον μόνο κατά της πολιτικής της λιτότητας, αλλά κατά του ίδιου του κοινού νομίσματος». Αυτό που φοβάται ο Φίσερ είναι οι αντοχές της συνοχής στην Ε.Ε.: «Εδώ προδιαγράφεται μια διαμάχη αρχών με τη Γερμανία σε μια περίοδο όπου στα κοινοβούλια και στους δρόμους της χώρας μας σχηματίζεται μια δεξιά εθνικιστική αντιευρωπαϊκή δύναμη που θα περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια χειρισμών του Βερολίνου για συμβιβασμούς. Αυτή η διαμάχη, που κινδυνεύει να γίνει γερμανο-ιταλική και, ακόμη χειρότερο, γερμανο-γαλλική, είναι επικίνδυνη γιατί δεν θέτει σε κίνδυνο μόνο την Ευρωζώνη, αλλά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα».
«Τσουνάμι» από την Τράπεζα της Ελβετίας
Η κεντρική τράπεζα αποφάσισε να αποσυνδέσει την ισοτιμία του φράγκου από το ευρώ, να καταργήσει το κατώτατο όριο του 1,2 φράγκων και να μειώσει τα επιτόκια κάτω από το μηδέν
Η αναστάτωση ήρθε αναπάντεχα, κι από κει που σχεδόν κανείς δεν το περίμενε. Μια αναστάτωση που δεν κόβει μόνο τα γόνατα όσων δανειοληπτών πήραν στεγαστικό δάνειο σε ρήτρα ελβετικού φράγκου. Η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας αποφάσισε να αποσυνδέσει την ισοτιμία του φράγκου από το ευρώ, να καταργήσει το κατώτατο όριο του 1,2 φράγκων και να μειώσει τα επιτόκια κάτω από το μηδέν. «Εισαγάγαμε το κατώτατο όριο όταν η κατάσταση ήταν δραματική», δήλωσε ο διοικητής της τράπεζας Τόμας Τζόρνταν, «τώρα μπορούμε να αντέξουμε την ελεύθερη διακύμανση».
Υπενθυμίζεται ότι η Ελβετία είχε «δέσει» το νόμισμά της στο ευρώ το φθινόπωρο του 2011, όταν ήταν έντονοι οι φόβοι για ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης και οι επενδυτές έσπευδαν στο καταφύγιο του φράγκου, ανεβάζοντας την ισοτιμία του στα ύψη. Η εξαγωγική βιομηχανία της Ελβετίας είχε πάθει τότε πανικό και η κεντρική τράπεζα έσπευσε να την προστατεύσει. Τώρα, ο Τζόρνταν εκτιμά ότι οι ελβετικές εταιρείες πρόλαβαν να θωρακιστούν έναντι ενός ισχυρότερου φράγκου. Παράλληλα, η ελβετική κεντρική τράπεζα νιώθει να συνθλίβεται μεταξύ δύο αντικρουόμενων πολιτικών: από τη μια πλευρά η αυξανόμενη νομισματική χαλάρωση από την ΕΚΤ, που πιθανώς θα ενταθεί με πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων την ερχόμενη εβδομάδα, κι από την άλλη η πρόθεση της αμερικανικής Fed να αντιστρέψει τη δική της χαλάρωση. Η Ελβετία πιθανόν φοβάται τις επιπτώσεις από το «μπαζούκα» του Ντράγκι - κι έσπευσε να αντιδράσει προληπτικά με ένα «τσουνάμι», όπως το χαρακτήρισε εξοργισμένο το αφεντικό της Swatch, Νικ Χάγιεκ.
Ένας τρίτος λόγος, τον οποίο δεν ξεστόμισε ο Τζόρνταν, αλλά τον επικαλούνται πολλοί αναλυτές, είναι ότι η Ελβετία δεν άντεχε πια να κρατά το φράγκο χαμηλά. Πόσο περισσότερα κρατικά ομόλογα άλλων χωρών να αγοράζει; Έφτασε στο μεταξύ να είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής της Γερμανίας.
Πάντως, η Ελβετία κάνει ό,τι μπορεί για να κάνει λιγότερο ελκυστικό το φράγκο, ώστε να μην εκτιναχθεί η ισοτιμία του στα ύψη. «Το φράγκο θα είναι πολύ ακριβό για τους κερδοσκόπους», τόνισε ο Τζόρνταν, εξηγώντας γιατί τριπλασίασε τους «τόκους τιμωρίας» για όσες τράπεζες παρκάρουν τα λεφτά τους στο 0,75% (θα πληρώνουν, δεν θα παίρνουν) και δη από τις 22 Ιανουαρίου, την ημέρα που συνεδριάζει το διευθυντήριο της ΕΚΤ. Επιπλέον, τα αρνητικά επιτόκια στόχο έχουν να τονώσουν τον πληθωρισμό, που τείνει να γίνει αρνητικός.
Η πρώτη αντίδραση των επενδυτών στο ελβετικό σοκ ήταν να στραφούν στο καταφύγιο του χρυσού, ενώ κατακόρυφη ήταν η ανατίμηση του ελβετικού νομίσματος και η πτώση του ελβετικού χρηματιστηρίου.