Υιοθετήθηκε ομόφωνα από την Ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) στην από 27.06.2013 συνεδρίασή της η σύσταση που είχε ήδη από τον Δεκέμβριο του 2011 θέσει υπόψη της κυβέρνησης, όπου διατυπώνεται η ανησυχία για τις επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας εις βάρος θεμελιωδών, ιδίως κοινωνικών, δικαιωμάτων, ασχέτως από το αν συνάπτονται ή όχι με οικονομικές παροχές από το κράτος. Επισημαίνει δε τις διαπιστώσεις διεθνών ελεγκτικών οργάνων για την παραβίαση διεθνών κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά και τη διεθνή ανησυχία που αποτυπώνεται στις αποφάσεις και συστάσεις των οργάνων αυτών. Αναλυτικότερα:
Η ΕΕΔΑ υπενθυμίζει, ειδικότερα, την παρατήρηση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων της Ο.Ε. ότι «η Σύσταση της ΕΕΔΑ δεν ακολουθήθηκε από την κυβέρνηση», ούτε και η γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, κατά την εξέταση σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση νομοσχεδίων, ένα έτος αργότερα, «αποφάνθηκε ότι οι επανειλημμένες περικοπές των συντάξεων αντίκεινται στα άρθρα 2, 4, 22 και 25 του Συντάγματος, καθώς παραβιάζουν τη συνταγματική υποχρέωση σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης αξίας, τις αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας της εργασίας».
Από τα κείμενα διεθνών οργάνων προκύπτει ότι οι διεθνείς κανόνες προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου θέτουν όρια στην εθνική οικονομική και κοινωνική πολιτική. Τα μέτρα λιτότητας, εφόσον υποβιβάζουν το βιοτικό επίπεδο μεγάλης μερίδας του πληθυσμού ωθώντας, πολλούς ανθρώπους κάτω από το όριο της φτώχειας και προκαλώντας γενικό αίσθημα ανασφάλειας, συνιστούν παραβάσεις διεθνών κανόνων, καθιστούν δε αναποτελεσματικά τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (βλ. ιδίως πιο πάνω αριθ. 9, 25, 40).
H EEΔΑ υπενθυμίζει πως η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Ο.Ε. «σημειώνει με λύπη ότι η εξέλιξη της κατάστασης στην Ελλάδα επιβεβαιώνει το προηγούμενο συμπέρασμά της, ότι η εφαρμογή αποκλειστικά δημοσιονομικών λύσεων στην οικονομική και κοινωνική κρίση μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης και της κοινωνικής λειτουργίας του κράτους, καταδικάζοντας τη χώρα σε έτη οικονομικής ύφεσης και κοινωνικής αναταραχής. Η ίδια Επιτροπή ζητεί από την κυβέρνηση «να εξετάσει επείγοντα 'σενάρια' για την κατάργηση ορισμένων μέτρων λιτότητας και την επαναφορά παροχών που έχουν δυσανάλογα περικοπεί σε κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο, ώστε να εμποδιστεί τουλάχιστον η προγραμματισμένη φτωχοποίηση των δικαιούχων».
Η ΕΕΔΑ επισημαίνει τις διαπιστώσεις των διεθνών οργάνων για τις δυσανάλογα δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης και των μέτρων λιτότητας στις γυναίκες (πιο πάνω αριθ. 25, 46-47) και τις συστηματικές διακρίσεις εις βάρος των νέων στην απασχόληση (πιο πάνω αριθ. 13-19).
Ρήτρες των Μνημονίων προσκρούουν σε διεθνείς κανόνες
H EEΔΑ υπενθυμίζει επίσης τη διαπίστωση των διεθνών ελεγκτικών οργάνων, ότι αφότου άρχισαν να λαμβάνονται τα μέτρα λιτότητας, που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο του «μηχανισμού στήριξης», και έως σήμερα καμία αξιολόγηση των κοινωνικών επιπτώσεών τους δεν έχει γίνει, σε διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους φορείς, ούτε επαρκή μέτρα στήριξης των πληττομένων έχουν ληφθεί, όπως απαιτούν οι διεθνείς κανόνες, ενώ ορισμένες τουλάχιστον ρήτρες Μνημονίων προσκρούουν ευθέως προς διεθνείς κανόνες (βλ. πιο πάνω ιδίως αριθ. 19, 22, 25, 27, 29, 36, 37).
Όπως η ΕΕΔΑ στη σύστασή της, έτσι και τα διεθνή ελεγκτικά όργανα επισημαίνουν ότι για την κατάσταση αυτή ευθύνονται τόσο το ελληνικό κράτος όσο και τα λοιπά εμπλεκόμενα στον μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας μέρη και ότι απαιτείται, με κοινές προσπάθειες, η άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων για την απρόσκοπτη απόλαυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και ιδίως αυτών που συνδέονται με την εργασία και την κοινωνική ασφάλιση και ασφάλεια (βλ. ιδίως πιο πάνω αριθ. 21, 26, 35).
Αναγκαία η άμεση αποκατάσταση της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ
Συνεκτιμώντας την όξυνση της εργασιακής ανισότητας και τις εκτεταμένες παραβιάσεις θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς εργατικού δικαίου, αλλά και της ελληνικής νομοθεσίας, που οδηγούν στη διόγκωση του άτυπου τομέα της οικονομίας και την εμφάνιση περιστατικών ανομίας και βίας, η ΕΕΔΑ επισημαίνει την ανάγκη άμεσης αποκατάστασης του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων και σ.σ.ε. του Ν.1876/1990. Στο πλαίσιο αυτό, άμεση προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της διαδικασίας, του περιεχομένου και της εμβέλειας της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ, ώστε να συνεχίσει αυτή να αποτελεί θεσμικό μέσο προστασίας του συλλογικού συμφέροντος, αλλά και των συμφερόντων των εργαζομένων, με τη θέσπιση ενιαίων κατωτάτων ορίων αμοιβής και εργασίας όλων των εργαζομένων στην ελληνική επικράτεια. Άλλωστε, μεταπολιτευτικά, το περιεχόμενο της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ δεν ήταν μονοσήμαντα οικονομικό. Η αποκατάσταση δε αυτή, προκειμένου να είναι αποτελεσματική για την άρση των δυσβάστακτων συνεπειών σε βάρος μεγάλης μερίδας της κοινωνίας, οφείλει να συνοδευθεί και από την άρση της αναστολής διά νόμου της ισχύος κρίσιμων αρχών που διέπουν τα ελάχιστα όρια συλλογικής εργασιακής προστασίας, όπως της αρχής της εύνοιας και της διαδικασίας επέκτασης της κανονιστικής ισχύος των ΣΣΕ (άρθρ. 37 §§ 5-6 Ν. 4024/2011).
Εξάλλου, η ΕΕΔΑ, επανέρχεται και πάλι στις επισημάνσεις της, ότι καμία εθνική πολιτική προστασίας της εργασίας δεν μπορεί να αποδώσει καρπούς εφόσον δεν στελεχωθεί επαρκώς και δεν ενισχυθεί καταλλήλως το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
Η ΕΕΔΑ ζητεί από την Πολιτεία να προβεί χωρίς καθυστέρηση και με συνεργασία όλων των αρμόδιων Αρχών (όπως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) στην αποτελεσματική διασφάλιση της κρατικής εγγύησης της κοινωνικής ασφάλισης και ασφάλειας, στην αποτίμηση των συνεπειών των πολλαπλών μέτρων λιτότητας που έχουν επιβληθεί σε βάρος των δικαιωμάτων ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού και την επεξεργασία προτάσεων αποκατάστασης της απόλαυσης των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλειας και ασφάλισης (π.χ. παροχών ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, ανεργίας, αναπηρίας), με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Η εθνική γενική ΣΣΕ υπήρξε θεμελιώδες μέσο προώθησης, μέσω του κανονιστικού της περιεχομένου και με όρους ισότητας, θεμελιωδών δικαιωμάτων, συχνά πριν η Πολιτεία ρυθμίσει τα ζητήματα αυτά ή με βελτίωση των πολιτειακών ρυθμίσεων.
Προϋπόθεση των πολιτικών δικαιωμάτων, τα κοινωνικά
Η ΕΕΔΑ υπενθυμίζει την οικουμενικότητα, το αδιαίρετο και την αλληλεξάρτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που επιβεβαιώνει ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και επισημαίνεται και στη Σύσταση της ΕΕΑ. Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν προϋπόθεση της ουσιαστικής άσκησης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Γι' αυτό, η συρρίκνωσή τους θίγει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Τέλος, ενόψει και των σχετικών διαπιστώσεων των διεθνών οργάνων (πιο πάνω αριθ. 62-63), η ΕΕΔΑ τονίζει ότι, οι δεσμεύσεις της Ελλάδας, και γενικότερα των κρατών με κρίση χρέους, έναντι των διεθνών πιστωτών τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν επιχείρημα για τον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από Διεθνείς Συνθήκες, οι οποίες δεσμεύουν κάθε κράτος και επιβάλλουν ελάχιστα όρια προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκόσμιας εμβέλειας. Η επίκληση των Μνημονίων εφαρμογής των διεθνών μηχανισμών δανεισμού δεν αρκεί για να παρακαμφθεί η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα όταν δεσμεύει εξίσου και κράτη που μετέχουν στους μηχανισμούς αυτούς, όπως τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Απαιτείται συστράτευση όλων για τη διάσωση των αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού
Η ΕΕΔΑ εμμένει στη θέση που διατύπωσε στη Σύστασή της, ότι «απαιτείται άμεση συστράτευση όλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων προς διάσωση των αξιών που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό». Καλεί δε πάλι την Ελληνική Κυβέρνηση και την Ελληνική Βουλή:
* «Να σταθμίζουν τις συνέπειες των δημοσιονομικών μέτρων στην κοινωνική προστασία και ασφάλεια, τις οποίες οφείλουν να εγγυώνται».
* «Να αναλάβουν κοινή δράση με τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των άλλων κρατών - μελών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώστε κάθε μέτρο «οικονομικής διακυβέρνησης» και οι σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις της Συνθήκης της Ε.Ε. να θεσπίζονται και να εφαρμόζονται με σεβασμό και εγγύηση των θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων».