Μοναχά ως πρόκληση θα μπορούσε να χαρακτηρίσει η ηλικιωμένη γειτόνισσα του απέναντι οικοδομικού τετραγώνου τη συμπεριφορά του νέου ζευγαριού που τους είχε ενοικιάσει το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της δίπατης οικογενειακής κατοικίας.
Σκάνδαλο, που ίσως να είναι και ο πιο σωστός όρος, χαρακτήριζε την κατάσταση το νεαρό ζευγάρι, που θωρακισμένο από το λεγόμενο ενοικιοστάσιο συνέχιζε τη ζωή του κανονικά, ανεξάρτητα από τους ηθικούς φραγμούς της ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος. Φραγμούς που έφτασαν στο παρά ένα να δημιουργήσουν ένα αστυνομικό, μέχρι και δικαστικό επεισόδιο.
Βλέπετε, η ηλικιωμένη κυρία δεν ήταν μαθημένη και ούτε θα μπορούσε ποτέ να έχει προβλέψει πως μετά από λίγο καιρό που το νεαρό ζευγάρι νοίκιασε το διαμέρισμα θα κατέληγε να γίνει το διαμερισματάκι της «άντρο ακολασίας» και «κέντρο διερχομένων», όπως έλεγε στη γειτονιά αναζητώντας υποστήριξη.
Μια υποστήριξη που δεν άργησε να βρει από τις φίλες της του πρωινού καφέ, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ την περασμένη Κυριακή, κατά το μεσημεράκι που άνοιξαν τα παραθυρόφυλλα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, άρχισαν να απλώνονται στο κάγκελο του μπαλκονιού κουβέρτες και κουρελούδες που κανείς μας από τη γειτονιά δεν είχε παρατηρήσει μέχρι τότε.
Η γιαγιούλα του δευτέρου βγήκε τότε στο μπαλκόνι της και σχεδόν συνωμοτικά έκανε νοήματα σε όποιον βρισκόταν στο δικό του μπαλκόνι να παρατηρήσει τα τεκμήρια της ενοχής του νεαρού ζευγαριού του πρώτου ορόφου που δεν έδειχνε καθόλου να απασχολείται από τα διερευνητικά βλέμματα των κυριών και ορισμένων κυρίων. Για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, που προσπαθούσαν από το μισάνοιχτο παράθυρο να διακρίνουν τι συνέβαινε μέσα στο σπίτι τους.
Μα από ευπρέπεια, μα εξ ανάγκης, οι γείτονες δεν χρειάστηκε να περιμένουν και πολύ. Το μυστικό του μικρού διαμερίσματος του πρώτου ορόφου άρχισε να αποκαλύπτεται όταν ο πρώτος καλεσμένος του ζευγαριού ξεπρόβαλε από την πόρτα ελαφρώς ατημέλητος, ολότελα αχτένιστος και με κάτι τεράστια μαύρα γυαλιά στα μάτια του. Έπειτα κι άλλος ένας, και ύστερα και μία κοπέλα μόνη της βγήκε από το διαμερισματάκι και τράβηξε τον δρόμο προς τη στάση του λεωφορείου.
Έξαλλη η γιαγιούλα του δευτέρου, έδειχνε και με τους δύο δείκτες των χεριών της στους κρεμασμένους στα μπαλκόνια γείτονες την κατάσταση που είχε να αντιμετωπίσει.
Ομολογουμένως και οι πιο προοδευτικοί γείτονες ένιωσαν αδυναμία να υπερασπιστούν το νεαρό ζευγάρι. Πράγματι, το θέαμα ήταν αποκαλυπτικό.
Η γιαγιά του δευτέρου, που είχε απαυδήσει από την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το σπιτάκι της, είχε καλέσει υποστήριξη και ύστερα από λίγα λεπτά ένας εκ των καλεσμένων του ζευγαριού βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τον γιο της γιαγιάς δυο μέτρα μπροστά από την εξώπορτα.
Ο νεαρός επισκέπτης, αφού κοντοστάθηκε και σήκωσε τα μαύρα του γυαλιά με το ένα χέρι, καλημέρισε τον γιο της ιδιοκτήτριας με αφοπλιστική ευγένεια και σεβασμό, και σχεδόν μιλώντας στο πληθυντικό τον ρώτησε αν γνωρίζει πού μπορεί να βρει τον κάδο ανακύκλωσης του δήμου να πετάξει τα μπουκάλια.
«Ποια μπουκάλια;» ρώτησε ο γιος.
«Αυτά!» απάντησε ο νεαρός σηκώνοντας ελαφρά τη σακούλα μέχρι το ύψος της μέσης του.
«Τι μπουκάλια είναι αυτά;» επέμεινε ο γιος.
«Γυάλινα» απάντησε ο νεαρός επισκέπτης όλο ευγένεια, για να βγει στο μπαλκόνι του πρώτου η νεαρή ένοικος με τον φίλο της και να χαιρετήσει τον γιο της ιδιοκτήτριας όλο ευγένεια και αυτή.
«Καλημέρα!» είπε η κοπέλα.
«Καλησπέρα να λες καλύτερα» φώναξε η γιαγιά από τον δεύτερο, που τώρα με την υποστήριξη του γιου έκανε ορατή την παρουσία της.
Ταυτόχρονα άλλα τρία άτομα βγήκαν από την εξώπορτα και χαιρέτησαν ευγενικά τον γιο, χαιρέτησαν τον φίλο τους με τα μπουκάλια και συνέχισαν τον δρόμο τους.
«Τι κάνετε, ρε παιδιά;» ρώτησε ο γιος.
«Στρωματσάδα» απάντησε ο νεαρός ένοικος.
«Τώρα με τόσα αλκοτέστ στους δρόμους μαζευόμαστε στα σπίτια. Την άλλη εβδομάδα θα κάνουμε στρωματσάδα και πιτζάμα πάρτι αλλού».