Live τώρα    
23°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
21.1°C24.5°C
4 BF 40%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
16.3°C20.3°C
4 BF 42%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
18.8°C20.5°C
4 BF 65%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
19.9°C22.5°C
5 BF 59%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
22 °C
21.8°C23.5°C
4 BF 31%
Παλιά καφενεία Αθήνας / Θαμώνες της μνήμης μέσα στο χάος της μητρόπολης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Παλιά καφενεία Αθήνας / Θαμώνες της μνήμης μέσα στο χάος της μητρόπολης

1340197540.jpg

Οι νεόκοποι επισκέπτες της Κυψέλης τα προσπερνούν συνήθως αδιάφορα, καθώς στριφογυρίζουν μάταια στα στενά για μια θέση στάθμευσης. Ίσως και να τα σνομπάρουν -βαθιά εντυπωμένος σε πολλούς ο ηλικιακός ρατσισμός-, αναζητώντας τα μαγαζιά που αυτοανακηρύσσονται σε «talk of the town». Τα εναπομείναντα καφενεία της Αθήνας δεν προσπαθούν ούτε τα ίδια να σε προσελκύσουν με φιοριτούρες και λουστραρισμένες βιτρίνες. Στέκουν στριμωγμένα στο γκρίζο μιας πόλης η οποία μεταλλάχθηκε τερατωδώς τις τελευταίες δεκαετίες.

«Όταν άνοιγες την πόρτα για να μπεις στο καφενείο, ξεχνούσες ποιος είσαι, γινόσουν ένα με τους θαμώνες. Είτε είσαι φτωχός είτε επιχειρηματίας. Εδώ θα δεις ό,τι υπάρχει στην κοινωνία, ακόμα και ανθρώπους του υποκόσμου. Τζογαδόροι και νταβατζήδες κάθονταν παρέα με αστυνομικούς εκτός υπηρεσίας. Όταν μπεις, αφήνεις την ιδιότητά σου απ’ έξω» λέει ο Γιώργος.

Η δική μας είσοδος στο Doris, επί της οδού Αγίας Ζώνης, ήταν διστακτική. Το επιφυλακτικό καλωσόρισμα μετατράπηκε σύντομα σε χείμαρρο αφηγήσεων.

Έρχεσαι να πεις μια κουβέντα και φεύγεις ελαφρύτερος

Ηλικιωμένος
Από τη μεσοαστική Κυψέλη του ’60 με τις αυλές και την καταστροφή της αντιπαροχής μέχρι την αφόρητη ηχορύπανση του σήμερα, μόνη σταθερά για τον Σταύρο είναι το καφενείο - «θεσμός κοινωνικοποίησης και ζύμωσης
που φθίνει λόγω της ραγδαίας αλλαγής στην κουλτούρα του Νεοέλληνα»

«Για εμάς είναι τρόπος ζωής το καφενείο, συχνάζαμε από την εφηβεία. Εδώ μιλάμε πράγματα που δεν τα συζητάμε ούτε με τη γυναίκα και τα παιδιά μας, υπάρχει ένα δέσιμο των θαμώνων που δεν το συναντάς σε άλλα είδη κοινωνικοποίησης. Μπορείς να πεις ότι είναι και… (ψυχο)θεραπευτήριο: αν έχεις τις μαύρες σου, έρχεσαι να πεις μια κουβέντα, να πιεις ένα τσίπουρο και φεύγεις ελαφρύτερος».

Αμέσως στήνονται διασταυρούμενα «πηγαδάκια» και η μια ιστορία διαδέχεται την άλλη. Ένας θυμάται τον Πλάτανο στην πλατεία Αγίας Ζώνης που παλιά «έσφυζε ως το ξακουστό εστιατόριο του Σβίγκου, όπου έρχονταν προσωπικότητες, ακόμα και ο Ωνάσης». Εκεί, εξιστορεί ο διπλανός, «κάποιος “λεφτάς” της εποχής δεν ζητούσε λογαριασμό, έβγαζε ένα μασούρι με λίρες και το πετούσε στο τραπέζι».

Από το σημείο που βρισκόμαστε μέχρι τη Φωκίωνος Νέγρη παλιά υπήρχαν γύρω στα οκτώ παραδοσιακά καφενεία, «γεμάτα όλα». «Ήταν τόπος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων (η “Βουλή της γειτονιάς”, σύμφωνα με ένα απόφθεγμα), οι άνθρωποι πλησίαζαν στην κυριολεξία ο ένας τον άλλο» αναπολεί ο Σταύρος. Ήρθε στην Κυψέλη το καλοκαίρι του 1968, ακόμα πήγαινε τρίτη Γυμνασίου. Ο πατέρας του τότε σύχναζε στη Βιολέτα, «φημισμένο σημείο συνάντησης που τότε άνθιζε». Από πέρυσι τη θέση της στην πλατεία Κυψέλης έχει πάρει πλέον γνωστή αλυσίδα καφέ. Σημεία των καιρών. «Ήδη από τη δεκαετία του ’80 η μορφή των χώρων συνάθροισης και οι συνήθειες των ανθρώπων άλλαξαν». Σύμφωνα με τον Σταύρο, «μια αύρα αμερικανιάς παγιώθηκε στην ελληνική κοινωνία». Το παραδοσιακό καφενείο φθίνει χτυπημένο και από την ακρίβεια. «Παλιά, εκτός από καφέ, έπαιζαν τάβλι, χαρτιά (το μαγαζί κράταγε την γκανιότα)». Σήμερα «ο κόσμος μετράει και τα 2 ευρώ και δεν έρχεται κάθε μέρα. Και όταν φύγουμε εμείς από τη ζωή, το καφενείο θα έχει πεθάνει», η απαισιόδοξη εκτίμησή του.

Η ανεπίστρεπτη απώλεια πολλές φορές γεμίζει τα τραπέζια με σιωπή. «Όταν κάποιος σταματήσει να έρχεται, στενοχωριόμαστε. Τώρα, για παράδειγμα, έχουμε να δούμε δύο φίλους για μήνες. Ξέρουμε ότι είναι άρρωστοι και αυτό μας θλίβει. Όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή, μας πονάει. Γιατί εδώ δημιουργούνται ιδιαίτεροι δεσμοί. Μοιραζόμαστε αναμνήσεις, τις τρέλες που κάναμε παιδιά, τις ωραίες αταξίες στα μπαράκια. Με τις αναμνήσεις, με αυτές ζούμε πια, από μια ηλικία και μετά θα το καταλάβεις κι εσύ» αποφαίνεται ένας θαμώνας.

«Πάνω στο κρασί και στο καλαμπούρι μόνιασαν αριστεροί και δεξιοί»

Για να μην μας καταπιεί ο στρόβιλος της μελαγχολίας, ρωτάμε για τις πολιτικές ζυμώσεις, σταθερό μοτίβο των καφενείων, δεδομένου ότι οι σημερινοί θαμώνες τους γεννήθηκαν, όπως λένε, «στα μετεμφυλιακά ερείπια»: «Στο καφενείο έγινε ξανά το δέσιμο μεταξύ αριστερών και δεξιών μετά τον Εμφύλιο. Πάνω στο κρασί και στο καλαμπούρι μόνιασαν, συνειδητοποίησαν ότι η έχθρα δεν οδηγεί πουθενά. Εντάσεις και διαφωνίες φυσικά υπάρχουν και σήμερα, αλλά έχει σβήσει η εχθρότητα». Σε τέτοιες περιόδους, προεκλογικές, κοχλάζει ξανά η κουβέντα για τα κακώς κείμενα: η αβάσταχτη ακρίβεια, «το έκτρωμα της Πανεπιστημίου» (σ.σ.: ο Μεγάλος Περίπατος), η «αφόρητη ηχορύπανση» στην Κυψέλη.

Οι συνομιλητές μας έζησαν την άλλοτε μεσοαστική συνοικία πριν από «το έγκλημα του λεγόμενου “εθνάρχη” και των μεγαλοεργολάβων, με την αντιπαροχή και την τσιμεντοποίηση». Στα χρόνια που περιπλανιόσουν ανάμεσα σε μονοκατοικίες «με κήπους, ακόμα και πηγάδια» και «μοσχοβολούσε αγιόκλημα, γιασεμί και τριαντάφυλλο» - «πιτσιρίκια, βάζαμε πινακίδες “εκτελούνται έργα” και κλείναμε την Καλλιφρονά μέχρι τη Νάξου για να παίξουμε μπάλα.

«Στην εφηβεία μου πουλούσα κουλούρια και σφουγγάριζα σκάλες»

Στέκι

Στα μάτια του Χρήστου καθρεφτίζεται μια Κυψέλη διαφορετική από τη σημερινή. Τότε ακόμη που ως 13χρονος, τη δεκαετία του ’60, φοβόταν να ανέβει το βράδυ τη Φωκίωνος, πολύ πάνω από το ύψος της κεντρικής πλατείας, γιατί κατέβαιναν οι αλεπούδες από τον λόφο -όνομα και πράγμα- της Αλεπότρυπας.

Τα μάτια του είναι πρησμένα. Αγγίζουν το τζάμι των γυαλιών του. Τα είδε να φουσκώνουν από στεναχώρια όταν έχασε όλο του το βιος στην Αμερική. Πήγε ως μετανάστης να πιάσει δουλειά, ανάμεσα σε χιλιάδες χέρια που τη ζήτησαν. Και κατάφερε τα μεροκάματά του να τα κάνει μια δική του επιχείρηση. Ένα εστιατόριο. Που όμως η επιτυχία του έφερε μαζί αντιζηλία και μια φωτιά που θρυμμάτισε σε στάχτη την ξύλινη κατασκευή του.
Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στο Γαλάτσι μαζί με την οικογένειά του. Και όταν μεγάλωσαν τα παιδιά τους, έβαλαν με τη γυναίκα του ξανά τα ρούχα σε βαλίτσες για να γυρίσουν στη γειτονιά που κόπιασαν πρώτα.

Τον τελευταίο έναν χρόνο ο Χρήστος πηγαίνει να πιει τον καφέ του στο Κοσμικόν. Ένα από τα πιο παλιά μαγαζιά της Κυψέλης, καθώς γέμισε με ελληνικό για πρώτη φορά τα φλιτζάνια της καλής κοινωνίας, όπως την έλεγαν για την αριστοκρατική της σύσταση, το 1958.

«Είναι η μόνη μας, πώς να το πω, διασκέδαση. Και ούτε διασκέδαση, βασικά. Διέξοδος. Λέμε “α, πήγαμε και ήπιαμε έναν καφέ”. Για περαιτέρω δεν μπορείς να πας κάπου. Να φας, πού να πας; Και κάπου ντρέπεσαι κιόλας να ρωτάς πόσο έχει ένα ποτήρι κρασί».

Στο τραπέζι κάθεται πότε-πότε αντικριστά με τη γυναίκα του. «Να πούμε κι εμείς ότι πήγαμε κάπου». Του λέμε ότι δεν συνηθίζεται, ακόμη και σήμερα. «Εγώ την παίρνω» απαντά αρχικά και στη συνέχεια ανατρέπει πλήρως το στερεότυπο. «Όχι, ερχόμαστε και μαζί. Απλά για να νιώθουμε ότι βγαίνουμε, καθόμαστε έξω». Ο ρόλος της γυναίκας, κανονικά, ως υποκείμενο.

Στο τραπέζι κάθεται αντικριστά με ανθρώπους που έμαθαν από μικροί στη συνάντηση. «Άλλος είναι από νησί, άλλος από χωριό». Εκείνος είναι από την Αιτωλοακαρνανία. Δεν θέλει, ωστόσο, να επιστρέψει, γιατί το καλοκαίρι η ζέστη γίνεται αφόρητη και τον χειμώνα η περιοχή ερημώνει.

Το χωριό μεταφέρθηκε, μαζί με τα κύματα μετανάστευσης, στην πόλη και στα κατά τόπους καφενεία. Ένα χαρακτηριστικό της κοινότητας είναι η καλημέρα σε κόσμο που ξέρεις. Από καιρό σε καιρό όμως το βλέμμα δεν τους βρίσκει όλους. «Χάνονται, φεύγουν ορισμένοι. Α, λέμε, έφυγε ο Νίκος. Κάποτε θα έρθει και η σειρά μας. Δεν γλιτώνουμε από αυτό. Κανείς». Κάπου έχει τη γωνιά του στο τραπέζι και ο θάνατος.

Και τώρα απέναντι στον Χρήστο πιάνουμε μια θέση εμείς. Αντικριστά με την εφηβεία σε μια άλλη εποχή. «Πρώτα ξεκίνησα να πουλάω κουλούρια. Και μια φορά θυμάμαι, που με κυνήγησε η αστυνομία στο Σύνταγμα, πήδηξα απ’ το πάνω μέρος στο κάτω με τον δίσκο μαζί». Παρά το ύψος, δεν χαρίστηκε στο έδαφος ούτε σουσάμι. Μπόρεσε και συνέχισε ακάθεκτος μια πορεία που τον βρήκε αργότερα να σφουγγαρίζει σκάλες. «Πατησίων 317, στάση Σωτηριάδου». Αλλά και να κάνει τα θελήματα όλης της αγοράς. «Του μανάβη, του χασάπη, του αρτοποιού, του παντοπωλείου. Όλα αυτά στην αρχή χωρίς λεφτά, ίσα για ένα κολατσιό από τα περισσεύματα».

Για να επιβιώσει χρειάστηκε επίσης να φτιάχνει στρώματα και παπλώματα με το χέρι. «Βλέπεις αυτά τα δάκτυλα που είναι στραβά και τα δύο (σ.σ.: εμφανίστηκαν σαν αποκλίνουσες καμπύλες οι δυο του δείκτες); Αυτά είναι από τη βελόνα». Εκτός από το ράψιμο, έπρεπε επίσης να φρεσκάρουν τα παλιότερα στρώματα τινάζοντας τα μπαμπάκια που είχαν μέσα σε ένα υπόγειο χωρίς εξαερισμό.

Σε αυτό το σημείο, και ενώ έχει ζήσει τόση εκμετάλλευση, μοιράζεται με ενοχή το μόνο «κακό» που έκανε στη ζωή του. «Έπαιρνα το μπουκάλι με το γάλα που άφηναν στο μαγαζί. Κι έλεγα συγχώρεσέ με, Θεέ μου, αυτοί έχουν λεφτά να πάρουν κι άλλο, εγώ δεν έχω. Συγκινούμαι αυτή τη στιγμή - αν δεν το έκανα αυτό, μπορεί να είχα πεθάνει. Το αφεντικό μου πέθανε νωρίς. Επειδή εισέπνεε όλα αυτά». Τα μάτια του σφίγγουν για να κρατήσουν τα δάκρυα. Έτοιμα να στάξουν πάνω από το μπουκάλι εκείνο. Και να θυμίσουν τι σήμαινε μια Ελλάδα που στερήθηκε πάνω απ’ τον ελληνικό του 1,80.

Τα νιάτα του ’50 στο ίδιο τραπέζι με τα νιάτα του σήμερα

Ταβέρνα

Αφήνοντας πίσω την πλατεία Αγ. Γεωργίου και με κατεύθυνση προς τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, κάνεις μόλις λίγα βήματα μετά τα τελευταία τραπεζοκαθίσματα μια στάση στον χρόνο. Είναι το σημείο όπου συνομιλεί ένα ψιλικατζίδικο μ’ ένα καφενείο, τα κρεμασμένα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τα βλέμματα των θαμώνων.

Ενας από αυτούς, ο Γιώργος, 80 ετών, κάθε τόσο σηκώνεται από την καρέκλα του, πηγαίνει απέναντι να τις κοιτάξει και να μεταφέρει, επιστρέφοντας, τα νεότερα σε σχέση με τις συντάξεις. Εξού και η χαϊδευτική ιδιότητα που του έχουν απονείμει κάποιοι φίλοι, αποκαλώντας τον υπουργό Οικονομικών. «Καλύτερος θα ήμουν εγώ, ο αγράμματος…» Βέβαια, τα μαντάτα που ανακοινώνει είναι ως επί το πλείστον δυσάρεστα. Και βρίσκονται πίσω από τη συνήθεια να πηγαίνει μόνο στο καφενείο: «Παραπέρα είναι ακριβά». Τη θέληση να πάει, όταν μπορεί και σηκώνεται χωρίς πόνο απ’ το κρεβάτι, ενισχύει και η στιγμή που θα συναντήσει την παρέα του. Απλώνει το χέρι μπροστά μας κι ενώ δεν είναι πολύς κόσμος μαζεμένος εκείνη τη στιγμή, κάνει σαν να τον απαριθμεί. Γεμίζει νοητά το μαγαζί με ανθρώπους και βουή από συζητήσεις επί παντός επιστητού, μεταφέροντάς μας σ’ εκείνο το περιβάλλον που αισθάνεται ότι τον αγκαλιάζει.

Το καφενείο Μήληγκρας στην οδό Επτανήσου δεν υπήρξε το πρώτο του στέκι. Παλιότερα έμενε στον Άγιο Παντελεήμονα και σύχναζε στα καφενεία της Αττικής. Πλέον, όταν επιστρέφει, συναντά ένα μέρος αγνώριστο και οι άνθρωποι που κάθονταν σκόρπισαν σαν πουλιά προς άγνωστη κατεύθυνση. «Το ένα καφενείο έγινε μοντέρνα καφετέρια. Το άλλο έκλεισε κι έγινε φαρμακείο. Εκεί μαζευόταν πολύς κόσμος».

Ενας λόγος που τα μαγαζιά βάζουν λουκέτο είναι γιατί η εποχή προχωράει. Τα γούστα αλλάζουν. Οι χώροι γίνονται πιο ευρύχωροι και δεν παραμένουν στέκια του ενός φύλου. Επίσης, τώρα τα παιδιά αποφεύγουν να πάρουν τη σκυτάλη από τους γονείς ιδιοκτήτες, εκείνοι βγαίνουν στη σύνταξη και ο δρόμος ενός μαγαζιού προς την αιωνιότητα, όπως τον φαντάστηκαν αρχικά, βάζοντας στη μαρκίζα τη χρονιά των εγκαινίων του, ανακόπτεται πρόωρα.

Έκοψαν την μπάλα και ξήλωσαν την τσόχα από τα τραπέζια

Καφενείο

Ο Μήληγκρας ξεκίνησε τη λειτουργία του σε μια άλλη Ελλάδα, στην Ελλάδα του 2003. Με κόσμο πιο κοντά στις παλιότερες συνήθειες. Με γενιές που συνέχιζαν να κρατούν την πόρτα των καφενείων ανοιχτή για να μπει η επόμενη, μόλις άσπριζαν λίγο παραπάνω τα μαλλιά της. Αυτό ήταν το σκηνικό μέσα στο οποίο αποτόλμησαν δύο γυναίκες από τη Βουλγαρία, η Βιολέτα με την αδερφή της, να προχωρήσουν το εγχείρημα. Αξιοποιώντας την πείρα τους ως εργαζόμενες, όχι μόνο άνοιξαν το δικό τους παρεκκλήσι -για τους πιστούς μιας πιο ατίθασης κοινωνικής επαφής-, αλλά κατάφεραν και να επιβιώσουν σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο, κατακτώντας ακέραιο τον σεβασμό.

Τσόχα

Κι ενώ η πανδημία έκλεισε τα φώτα και στο δικό τους μαγαζί γι’ αρκετούς μήνες, η περίοδος μετά την καραντίνα τις βρίσκει σε καλύτερη θέση. Η κρίσιμη απόφαση να σταματήσουν τα πανάκριβά συνδρομητικά αθλητικά πακέτα (πλήρωναν 300 ευρώ τον μήνα, τη στιγμή που η χρέωση στο σπίτι είναι υποδεκαπλάσια) και να ξηλώσουν την τσόχα απ’ τα τραπέζια για τα χαρτιά προσέλκυσε και νεότερο κόσμο. Το μαγαζί κατάφερε να παραμείνει παραδοσιακό, αλλά όχι ξεπερασμένο, ενώ εξέλειψαν και οι καβγάδες για το κανάλι που θα έδειχνε η τηλεόραση ανάλογα με την ομάδα που υποστήριζε καθένας. Πλέον συνυπάρχει η ιστορία με τη συνέχεια. Ο κ. Νίκος, που έπαιρνε τον Ριζοσπάστη απ’ το Παγκράτι και τον έβαζε μέσα στην αθλητική για να γυρίσει στον Αγ. Παντελεήμονα, βρέθηκε να κάθεται δίπλα σε ένα ζευγάρι τριαντάρηδων, που μόλις είχαν ξαποστάσει από μια δική τους διαδρομή, χωρίς τον φόβο της απαγόρευσης. Και πιο δίπλα ακόμη ένας θαμώνας, ο κ. Γιώργος, γεννηθείς το 1934, μ’ ένα κομπολόι να του τυλίγει τα δάχτυλα, περηφανεύεται για τις χάντρες του ότι χτυπούν από τότε που χτυπά η καρδιά του. «Τεσσεράμισι χρόνια τις φυλάκες των γυναικών στον Κορυδαλλό εγώ τις έφτιαξα» λέει, ξεφυλλίζοντας λίγο ακόμη τις σελίδες του δικού του παρελθόντος.

Μια Ελλάδα που υπήρξε κάποτε βρίσκεται σε αυτές τις λέξεις που γράφονται χωρίς μελάνι. Σε απόσταση αναπνοής απ’ τον συνωστισμό της πλατείας Γεωργίου, πάνω σε τραπέζια, όπου ακούγονται αστεία με αναφορές σχεδόν αιωνόβιες: «Ρε, μπας κι ήσουν και στη Νεολαία του Μεταξά;».

Τα νύχια είναι η αφορμή, «έρχονται γιατί νιώθουν οικεία»

Νύχια

Οι λαμαρίνες του μετρό και η βαβούρα μάς απομακρύνουν από το -κατά Βακαλόπουλο- κέντρο του κόσμου, «γνωστού και αγνώστου, ορατού και αόρατου, φανερού και κρυφού», την πλατεία Κυψέλης. Χαμένο κάπου στα γύρω στενά, ανακαλύπτουμε ένα από τα σημεία συνάντησης που ξεφύτρωσαν παντού την τελευταία πενταετία. Δυνητικά αστείρευτη πηγή για όποιον αποτολμήσει να πιάσει το νήμα για την Κυψέλη από την εποχή που το άφησε ο Βακαλόπουλος.

«Θεωρούμε υποτιμητικό να μας αποκαλούν “νυχάδικο”, θυμίζει αυτό που λέγαμε απαξιωτικά παλιότερα “καλά, θα πας να γίνεις κομμώτρια;”». Η Αντριάννα ομολογεί ότι το στερεότυπο καταπλάκωνε και την ίδια μέχρι πρόσφατα. «Έκανα διαρκώς σπουδές, τελείωσα πρώτα Παιδαγωγικό, μετά έδωσα ξανά Πανελλαδικές και τελείωσα Ιστορικό-Αρχαιολογικό, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα γίνω “νυχού”. Μέχρι που η φίλη μου πάλεψε μόνη της και άνοιξε τον χώρο εδώ το 2018, ένα τραπέζι μόνο, χωρίς καν air condition στην αρχή. Με έκανε να αποδεχτώ αυτό που αγαπάω και να αδιαφορώ για το τι θα πει ο περίγυρος».

Σήμερα το στούντιο περιποίησης νυχιών τους είναι «πάντα γεμάτο κόσμο», ακόμα και όταν δεν έχει ραντεβού. «Έρχονται και λέμε τα νέα μας, γιαγιάδες της γειτονιάς μαζεύονται πολλά απογεύματα εδώ απέξω, είναι σαν ένα στέκι πια».

Νύχια

Δεν περίμεναν τέτοια απήχηση, ειδικά σε περίοδο οικονομικής στενότητας. Άσε που, συνήθως, τέτοιου είδους μαγαζιά εκπέμπουν «έναν απωθητικό σνομπισμό». Ωστόσο, «ο κόσμος έρχεται σε εμάς για το οικογενειακό κλίμα, για το vibe ότι είμαστε “χύμα”. Περνάει καλά και νιώθει ότι ξεφεύγει».

Σαν ένα συνοικιακό καφενείο που το νιώθεις σπίτι σου. Με μια αίσθηση πολυτέλειας προσιτή σε όλα τα πορτοφόλια.

Στο σύμπαν του Βακαλόπουλου «ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη, παρά η ωραιότερη στον κόσμο».

Στην ασφυκτική συγκυρία της ελληνικής «permacrisis» ζητούμενο είναι η αποφόρτιση «Οι άνθρωποι που έρχονται νιώθουν ωραία, όχι τόσο εξωτερικά, όσο υπό την έννοια της ανανέωσης. Του διαλείμματος από την καθημερινότητα. Πολλές γυναίκες που έχουν παιδιά είναι πιεσμένες και έρχονται για να ξεκουραστούν, να ξεδώσουν. Οι κοπέλες της γενιάς μας έρχονται συνήθως βράδυ μετά από πολλές ώρες δουλειάς. Είναι οι περισσότερο στρεσαρισμένες και αποπροσανατολισμένες. Μια γενιά με προϋπηρεσία και πολλά πτυχία, αλλά μόνιμο άγχος λόγω της έλλειψης προοπτικής».

Νύχια

Επειδή συνήθως δεν υπάρχουν άντρες στον χώρο και όλες οι τεχνίτριες ονυχοπλαστικής που εργάζονται είναι γυναίκες, «οι πελάτισσες νιώθουν πιο άνετα. Μοιράζονται τα προσωπικά τους και ξέρουν και τα δικά μας. Αν και αυτό δεν είναι τόσο επαγγελματικό, δένεσαι με τον άλλον».

Η Αντριάννα έχει δει τις τακτικές πελάτισσες σε μέρες κακόκεφες, τις έχει ζήσει και πριν τον γάμο τους (κάνει επαγγελματικά make up), «είναι επόμενο να αναπτυχθεί μια βαθύτερη σχέση».

Μοναδική κόκκινη γραμμή, ο ρατσισμός

«Το μόνο που δεν ανεχόμαστε είναι να έχει κάποιο άτομο που δουλεύει εδώ ρατσιστικά κατάλοιπα ή ομοφοβικά ή να πει οτιδήποτε αναπαράγει διακρίσεις. Δεν θα δεχτούμε ρατσιστικό σχόλιο από εργαζόμενη, ενώ αν κάποιος πελάτης προσβάλλει το προσωπικό ή πει κάτι ρατσιστικό, δεν θα τον ξαναδεχτούμε» ξεκαθαρίζει η Αντριάννα.

Τα στερεότυπα, είπαμε, δεν είναι το φόρτε του μαγαζιού. Αν και οι μεγαλύτερης ηλικίας άντρες το αποφεύγουν, οι νεότεροι έρχονται όλο και συχνότερα - «στο εξωτερικό δεν είναι ταμπού εδώ και δεκαετίες, θεωρείται θέμα υγιεινής να φροντίζεις τα πόδια σου ή να κάνεις αποτρίχωση» σχολιάζει η Σιμόνα, τακτική επισκέπτρια.

Οι μετανάστριες και οι μετανάστες, κρίσιμη μάζα στην περιοχή, «είχαν ούτως ή άλλως την περιποίηση τέτοιου είδους στην κουλτούρα τους», σε αντίθεση με τις Ελληνίδες, έχει διαπιστώσει η Αντριάννα. Αλλά και οι τελευταίες πια, παρά τα ζόρια, θα κρατήσουν 15 ευρώ «για ένα ημιμόνιμο μανικιούρ, για τα φρύδια τους κ.λπ.». Αλλά, κυρίως, «για να πουν απλά ένα αστείο με τα κορίτσια και να νιώσουν καλύτερα».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL