Από το 2020 τρία χρόνια πριν την φονική σύγκρουση στα Τέμπη με τα δεκάδες θύματα, υπήρχαν εγκληματικές παραλείψεις που οδήγησαν στην πρωτοφανή τραγωδία, αυτό προκύπτει από τον χάρτη που συνοδεύει τον σχετικό εκτελεστικό κανονισμό της Ε.Ε., και η Ελλάδα όφειλε να ακολουθήσει.
Μάλιστα η χώρα έχει λάβει σχεδόν 700 εκατ. ευρώ από το 2014, προκειμένου να εγκαταστήσει και να εκσυγχρονίσει τον ελληνικό σιδηρόδρομο.
Από το 2020 θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί και στο σημείο της απίστευτης καταστροφής, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαχείρισης της Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS), όπως αυτός ορίζεται από τον ευρωπαϊκό κανονισμό της Κομισιόν [Εκτελεστικός κανονισμός (Ε.Ε.) 2017/6].
Η Εφημερίδα των Συντακτών δημοσίευσε σήμερα τον χάρτη που συνοδεύει τον σχετικό εκτελεστικό κανονισμό της Ε.Ε., ο οποίος ορίζει με λεπτομέρεια τον χρονικό ορίζοντα εφαρμογής του συστήματος για όλα τα τμήματα των σιδηροδρομικών γραμμών της Ευρώπης που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.

Ως λογικό και αναμενόμενο η σιδηροδρομική γραμμή Αθήνα-Θεσσαλονίκη είναι κομμάτι αυτής της κρίσιμης γραμμής και το συγκεκριμένο κομμάτι μεταξύ Θεσσαλονίκης και Δομοκού είχε χρονοδιάγραμμα ώς το 2020.
Κατά την ίδια πηγή «η Επιτροπή έχει υποστηρίξει εντατικά την Ελλάδα μέσω κοινοτικών κονδυλίων για τη βελτίωση των σιδηροδρομικών υποδομών και μέσω των κονδυλίων Connecting Europe έχουν υποστηριχθεί 16 σιδηροδρομικά έργα από το 2014, με συνολική χρηματοδότηση σχεδόν 700 εκατ. ευρώ. Σχεδόν το 90% των κονδυλίων του Connecting Europe για την Ελλάδα κατευθύνθηκαν σε σιδηροδρομικά έργα» απάντησε ο αρμόδιος εκπρόσωπος της Επιτροπής, Ανταλμπερτ Γιανς.
«Τα περισσότερα χρηματοδοτηθέντα έργα πήγαν στην αναβάθμιση και στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών. Το σύστημα σιδηροδρομικής διαλειτουργικότητας (ETCS) δεν αποτελεί συγκεκριμένα μέρος της οδηγίας του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, είναι περισσότερο ο τεχνικός πυλώνας. Η Κομισιόν παρακολουθεί στενά την ανάπτυξή του ανά την Ευρώπη, με κεντρικό τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων» ανέφερε χαρακτηριστικά ο αρμόδιος εκπρόσωπος της Επιτροπής, Ανταλμπερτ Γιανς.