Live τώρα    
Λεωνίδας Κύρκος / Από τις «Στιγμές»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Λεωνίδας Κύρκος / Από τις «Στιγμές»

ΚΥΡΚΟΣ

Ο Λεωνίδας Κύρκος ήξερε να διηγείται ιστορίες. Καθημερινές ιστορίες που μέσα τους συμπυκνώνουν δεκάδες άλλες: από τα χρόνια της Κατοχής και τους Γερμανούς αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ μέχρι το ταξίδι στην "κόκκινη Κίνα" του Μάο το 1959, και από τις φυλακές της Χούντας, τη μοναχική και ένδοξη διαδρομή του ΚΚΕ εσωτερικού της Μεταπολίτευσης, για να καταλήξει στην έξαρση του Μακεδονικού τη δεκαετία του 1990. Στο γέρμα τής ζωής του δημοσίευσε κάποιες από αυτές σε δύο μικρά, αλλά θαυματουργά βιβλιαράκια, τις "Στιγμές" και τις "Στιγμές ΙΙ", που κυκλοφόρησαν το 2007 και 2008 από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Σας θυμίζουμε σήμερα δυο χαρακτηριστικά επεισόδια.

"Άντες, μωρέ κοπέλι, μα συ δα δεν κατέεις πράμα..."

Η Μεσαρά είναι επαρχία του Ηρακλείου. Είναι πασίγνωστη για την πεδιάδα της, που λένε πως αν βάλεις μέσα στο χώμα το δάχτυλό σου, θα φυτρώσει. Εκεί οι αγρότες δοκίμασαν πρώτοι νέες καλλιέργειες -ντομάτες, οπωροκηπευτικά- σε μεγάλη κλίμακα, ξεπερνώντας την αδράνεια και τον συντηρητισμό σε κάθε καινούργια ιδέα. Οι καλλιέργειες πέτυχαν και τώρα η Ελλάδα -και όχι μόνο- τροφοδοτείται από έξοχα προϊόντα. Μετά τους πρώτους δισταγμούς, τα θερμοκήπια άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και να βελτιώνεται η παραγωγή σε ποιότητα και ποσότητα όλο τον χρόνο. Πριν από τη χούντα σχεδιάζονταν έργα και γίνονταν επενδύσεις που φιλοδοξούσαν -όπως λέγανε οι ειδικοί- να μετατρέψουν τη Μεσαρά σε Ελδοράδο της Ελλάδας. Απ' όλα αυτά δεν έγινε τίποτα, όμως η καρπερή γη αποζημίωνε τους καλλιεργητές και η Μεσαρά πρόκοβε χάρη στην εργατικότητα και στο πείσμα των κατοίκων της.

Την περιοχή επισκεπτόμουν συχνά ως βουλευτής. Είχα γνωριστεί με τους αγρότες, ήμουν πια κάπως οικείο πρόσωπο. Ένα παγωμένο βροχερό απόγευμα πίναμε τις ρακές μας σ' ένα καφενείο στις Μοίρες προσπαθώντας να ζεσταθούμε γύρω από τη σόμπα. "Απόψε θα 'χομε παγετό" έλεγαν οι ντόπιοι "μετεωρολόγοι". Και έξω στα χωράφια άναβαν φωτιές για να τον αποφύγουνε. Μα δεν τον απέτρεψαν. Την άλλη μέρα με τους συνεργάτες μου κάναμε μια γύρα μέσα στην παγωμένη λάσπη για να δούμε τις συνέπειες. Σε κάποιο μποστάνι ήταν μαζεμένος κόσμος και στη μέση ένας λεβέντης αγρότης παπάς που ολοφυρόταν.  Ήταν ο ιδιοκτήτης και έδειχνε την καταστροφή που ο παγετός έκανε στις καλλιέργειες.  Όλοι γύρω ήταν θλιμμένοι και προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τον παπά μετρώντας και τις δικές τους ζημιές. Το θέαμα ήταν πραγματικά οδυνηρό.  Όλοι περίμεναν από τον βουλευτή μια λέξη, μια υπόσχεση για κάποια μέτρα. Οι ντομάτες, έξοχες ως την προηγούμενη, ήταν να τις λυπάσαι.

Ο βουλευτής περιτριγύρισε στο χωράφι κι ύστερα αποτόλμησε μια ερώτηση μέσα στη γενική κατάπληξη: "Πόσων χρόνων ήταν οι ντομάτες;".

Μετά την κατάπληξη, έπεσε βουβαμάρα και ακολούθησε ο καγχασμός. Με διέκοψε η φωνή ενός γέρου φίλου μου, που ακούστηκε καθαρά: "Άντες, μωρέ κοπέλι, μα συ δα δεν κατέεις πράμα. Καλά να 'σαι, θα σε μάθομε 'μείς".

Ως εκείνη την ώρα στις περιοδείες μου στα χωριά μόνο άκουγα και δεν μιλούσα. Δεν ήξερα τίποτε από τη ζωή και τα προβλήματα της υπαίθρου, καθώς ήμουνα παιδί της πόλης. Στα χωράφια και τα καφενεία οι χωρικοί σχολίαζαν. Οι περισσότεροι εκτιμούσαν αυτόν τον σιωπηλό επισκέπτη, τόσο εγκάρδιο και καθόλου σπουδαιοφανή, τόσο πρόθυμο να τους υπερασπιστεί απέναντι στη βία του χωροφύλακα, που πάντα τους μιλούσε για αγώνες και για δικαιώματα, και λέγανε μεταξύ τους: "Μωρέ τουτοσές για να μη μιλεί θα 'ναι σοφός". Ο μύθος κατέρρευσε εκείνη τη μέρα, το περιστατικό όμως μου 'γινε μάθημα. Οι καλοσυνάτοι αγρότες μ' έμαθαν πολλά πράγματα και δεν μου χρέωσαν την ως τότε άγνοιά μου.  Ύστερα από λίγο καιρό κανείς δεν μπορούσε να μου πει εκείνο το αμίμητο: "Άντες, μωρέ κοπέλι, μα συ δα δεν κατέεις πράμα".

Τις συζητήσεις στη Βουλή τις γέμιζα με ερωτήσεις και επερωτήσεις πότε για τις ντομάτες πότε για τα πορτοκάλια και ήμουνα πάντα καλά διαβασμένος και έτοιμος.

Έτσι, μέσα από τις ατέλειωτες περιοδείες, γνώρισα τη σκληρή και βασανισμένη ζωή του αγρότη, την αγάπη για τη γη του, τον ατέλειωτο μόχθο του - και το απέραντο χρέος της Πολιτείας απέναντί του.

Η σαντακρούτα και ο φούμος

Στις εκλογές "βίας και νοθείας" του 1961, ένα κλιμάκιο της Ε.Ε. της ΕΔΑ περιόδευε στη δυτική Μακεδονία. Ο καιρός ήταν καλός και είχαν καθίσει να πάρουν μιαν ανάσα σ' ένα από τα ξακουστά τσιπουράδικα της Κοζάνης. Ο μπαρμπα-Μιχάλης διηγούνταν ένα επεισόδιο από τις παλιότερες προεκλογικές εκστρατείες.

Ήταν στην Τούμπα, προσφυγογειτονιά της Θεσσαλονίκης, το 1926. Ως επικεφαλής του συνδυασμού των Προοδευτικών Φιλελευθέρων (Καφαντάρης), ο Μ. Κύρκος μιλούσε για το πρόγραμμα προσφυγικής αποκατάστασης σ' ένα πυκνό και ενθουσιώδες ακροατήριο. Ο ομιλητής φορούσε ένα κατάλευκο θερινό κοστούμι από σαντακρούτα, ένα ακριβό ινδικό ύφασμα, λινό με μετάξι, για το οποίο ήταν πολύ περήφανος. Οπότε, σε μια κορύφωση της ομιλίας, πετάχτηκε ένας νεαρός ακροατής και έριξε στον ομιλητή μια σακούλα γεμάτη φούμο. Η συγκέντρωση αναστατώθηκε, κάποιοι πήγαν να τσακώσουν τον ταραξία, οι περισσότεροι όμως έβαλαν τα γέλια, καθώς ο ομιλητής έμοιαζε πια με κλόουν περιοδεύοντος τσίρκου με το πρόσωπο γεμάτο φούμο και τα κοστούμι σε άθλια χάλια.

Την αφήγηση, που τη γλεντούσαν όλοι, τη διέκοψε ένα δυνατό γέλιο, που εξόργισε το τότε θύμα - ρήτορα.  Ήταν ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο νεαρός τότε ακροατής, γραμματέας της Κομμουνιστικής Νεολαίας, ο οποίος επεδίωκε να χαλάσει τη συγκέντρωση για ν' ακουστεί μόνο η φωνή του ΚΚΕ, που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον για τους πρόσφυγες και κατάγγελνε τον ομιλητή για "προσφυγοκάπηλο".

Λεωνίδας Κύρκος

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0