Live τώρα    
Δεύτερη ευκαιρία / Τα σχολεία που σπάνε τον κοινωνικό αποκλεισμό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δεύτερη ευκαιρία / Τα σχολεία που σπάνε τον κοινωνικό αποκλεισμό

Οι εκπαιδευόμενοι ψάχνουν μια δεύτερη ευκαιρία στη γνώση και τη ζωή. Στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας δεν χωράνε αποκλεισμοί. Υπάρχουν η πολυχρωμία και η πολυσυλλεκτικότητα. Συνυπάρχουν άνθρωποι διάφορων κοινωνικών ομάδων, εθνικοτήτων, ηλικιών. Μια μικρογραφία της κοινωνίας, θα έλεγε κανείς. Χωράνε όλοι όσοι δεν κατάφεραν να τελειώσουν τις βασικές σπουδές. Χωράνε όσοι διψούν για τη γνώση που τους στερήθηκε. Αυτό είναι άλλωστε και το μήνυμα που δίνουν οι ιστορίες των εκπαιδευόμενων.  Ένα φάσμα ανθρώπων, ένα φάσμα ηλικιών, με οικονομική δυσχέρεια, με προβλήματα υγείας ή εργασιακής φύσης, βρίσκουν έναν κοινό τόπο να πιάσουν το νήμα της ζωής τους από εκεί που το άφησαν. Κρατούμενοι, πρόσφυγες, Ρομά, ηλικιωμένοι, πρώην τοξικοεξαρτημένοι βρίσκουν κοινό τόπο συνάντησης και καινούργιο νόημα στην καθημερινότητά τους. Κάποιοι προς αναζήτηση εργασίας, κάποιοι για να πάρουν απολυτήριο, ορισμένοι για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Λύκειο και το πανεπιστήμιο.  Όλοι τους όμως θέλουν να αισθανθούν ότι είναι ένα κομμάτι του κοινωνικού γίγνεσθαι. Και μιλούν στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για τη δική τους εμπειρία.

Η γνώση ως κινητήριος δύναμη

«Τελείωσα το Δημοτικό, αλλά οι συγκυρίες δεν με βοήθησαν να συνεχίσω το σχολείο» λέει στην ΑΥΓΗ η 52χρονη Θεοδώρα Αντωνοπούλου, που φοιτά στον Β' κύκλο του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) Αγίας Παρασκευής. Από μικρή κατάλαβε ότι έχει δυσλεξία, πράγμα που τη δυσκόλευε να συνεχίσει περαιτέρω τις σπουδές. Ωστόσο, ο βασικότερος λόγος που την ώθησε να τα παρατήσει ήταν η οικονομική δυσχέρεια. «Ξεκίνησα να πηγαίνω σε διάφορες δουλειές από πολύ μικρή. Στα 20 παντρεύτηκα και έκανα δύο παιδιά. Για να τα βγάλω πέρα, δούλεψα σε φαρμακοβιομηχανία ενώ στη συνέχεια σε ένα εργοστάσιο με συνθετικές γούνες. Πλέον, εδώ και 27 χρόνια, είμαι στο Δημόσιο ως οικιακή βοηθός».

Ωστόσο, όπως λέει η Θεοδώρα, πάντα της έλειπε η μαθησιακή διαδικασία. Αισθανόταν άσχημα για όσα έχασε και όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν προσπαθούσε από μόνη της να διαβάζει και να ενημερώνεται. «Η δουλειά και ο φόβος ότι δεν θα τα καταφέρω με κρατούσαν πίσω. Δεν μπορούσα να δεχτώ ακόμα μία αποτυχία» επισημαίνει η ίδια. Μετά την παρότρυνση του στενού της περιβάλλοντος και την υποστήριξη των παιδιών της, αποφάσισε να βάλει στην άκρη τις φοβίες της και να πάει στο σχολείο. «Έχω δυσκολίες λόγω δυσλεξίας, αλλά οι καθηγητές είναι πάντα δίπλα μου. Τα παιδιά μου με στηρίζουν απόλυτα και με βοηθούν στα τηλεμαθήματα.  Έχω κοινωνικοποιηθεί. Η επικοινωνία μέσα σε καιρούς εγκλεισμού είναι πολύ σημαντική για μένα» λέει η Θεοδώρα. Η ζωή δεν της τα έχει φέρει εύκολα.

Ωστόσο, η πρόσβαση στη γνώση είναι η κινητήριος δύναμή της. «Πέρυσι, λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, εργαζόμουν το πρωί ως οικιακή βοηθός, στη συνέχεια πήγαινα στο σχολείο και μετά στη δεύτερη δουλειά που είχα σε πιτσαρία. Από τις 9.30 το πρωί μέχρι τη 1 το βράδυ δούλευα. Αλλά δεν με πείραζε, γιατί κάθε μέρα μάθαινα καινούργια πράγματα» αναφέρει.  Όταν τελειώσει και τον δεύτερο κύκλο, θα συνεχίσει την εκπαίδευση σε ΕΠΑΛ. Κι αυτό που λέει σε όσους έχουν δεύτερες σκέψεις είναι «να πάνε στο σχολείο χωρίς δισταγμό. Να προχωρήσουν τη ζωή τους. Να μην διστάσουν ούτε στιγμή».

«Ζω όσα δεν έζησα μικρός»

Ο 48χρονος Παναγιώτης Σχισμένος φοιτά στον Β' κύκλο του ίδιου ΣΔΕ.  Όπως λέει στην ΑΥΓΗ, είχε παρατήσει το σχολείο στη Β΄ Γυμνασίου εξαιτίας της συμπεριφοράς ορισμένων εκ των καθηγητών του, οι οποίοι εκφόβιζαν τους μαθητές με τη γνωστή μέθοδο της βέργας. «Θυμάμαι έντονα τον καθηγητή να χτυπά με τη βέργα έναν συμμαθητή μου, με αποτέλεσμα να γεμίσει κοκκινίλες και μελανιές όλη του η πλάτη.  Ήταν δύσκολα χρόνια. Η ψυχολογική πίεση ήταν τεράστια» λέει ο ίδιος. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάγκη του να είναι οικονομικά αυτόνομος, τον έκανε να παρατήσει το σχολείο και να βγει στην αγορά εργασίας. Από τότε μέχρι σήμερα έχει δουλέψει από την οικοδομή μέχρι σεκιούριτι και αχθοφόρος στο αεροδρόμιο. Αυτή τη στιγμή είναι οκτάμηνος στον δήμο μέσω ΟΑΕΔ. Πάντα του έλειπαν αυτά που άφησε πίσω.

«Αποφάσισα να πάω σε ΣΔΕ για να αναπληρώσω τη γνώση που έχασα μικρός και για να πάρω απολυτήριο που θα με βοηθήσει στη δουλειά μου» λέει ο Παναγιώτης. «Οι δάσκαλοι μας αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή, γιατί το αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν. Μας δίνουν συμβουλές, μας έχουν σαν παιδιά τους.  Όσα δεν έζησα μικρός, τα ζω τώρα». Σε όλους όσοι θέλουν να πάνε σε ΣΔΕ «τους συμβουλεύω να το κάνουν. Αξίζει να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό τους» επισημαίνει ο Παναγιώτης.

Μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή

Η πρόσβαση στη γνώση δεν έχει ηλικία και περιορισμούς. Η πρόσβαση στη γνώση πρέπει να είναι ελεύθερη για όλους. «Πάντα ήθελα να πάω στο σχολείο, γιατί το παράτησα στην Α΄ Γυμνασίου επειδή δεν είχα καταφέρει να περάσω στις εξετάσεις και στη συνέχεια το μετάνιωσα» εξομολογείται στην ΑΥΓΗ η 65χρονη Ευτυχία Δράκου, εκπαιδευόμενη στο ΣΔΕ Αγίας Παρασκευής. «Παντρεύτηκα και έκανα δύο παιδιά, αλλά στα 38 μου χώρισα, οπότε τα πράγματα δυσκόλεψαν.  Άφησα στην άκρη τις σπουδές, τις έβγαλα εντελώς από το μυαλό μου» λέει η Ευτυχία.  Όταν έγινε γιαγιά, πήρε την απόφαση να πάει στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας.

«Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι σε κάθε έκφανση της ζωής μου μου έλειπε η γνώση. Δεν το κάνω για να διοριστώ κάπου ή για να βρω δουλειά, το κάνω για μένα» αναφέρει η Ευτυχία. Στη δική της τάξη είναι η μεγαλύτερη, αλλά αυτό δεν την ενοχλεί. «Αν και είμαι η μεγαλύτερη ηλικιακά, με υποδέχτηκαν όλοι πολύ θερμά» λέει η ίδια. «Είμαι ευγνώμων γιατί γεμίζει ο χρόνος μου και μαθαίνω πολύ ουσιαστικά πράγματα» επισημαίνει. «Δίνει ευκαιρία σε πολλούς ανθρώπους να φτιάξουν τη ζωή τους από την αρχή».

«Παίρνουμε μαθήματα ζωής»

«Όσοι φοιτούν σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες που οι συνθήκες τους ώθησαν έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα σε μικρή ηλικία.  Έχουμε μετανάστες, Ρομά, πρώην κρατούμενους, πρώην τοξικοεξαρτημένους» λέει στην ΑΥΓΗ ο διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Αγίας Παρασκευής Δημήτρης Κατσίνης. Πολλά ΣΔΕ λειτουργούν και εντός σωφρονιστικών ιδρυμάτων, δίνοντας και στους κρατούμενους τη δυνατότητα για κοινωνική επανένταξη. «Για εκείνους είναι σαν να μπαίνουν σε έναν άλλο κόσμο, σαν να φεύγουν από τη νύχτα και να πηγαίνουν στην ημέρα» υπογραμμίζει ο Δ. Κατσίνης.

Στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας στην Αγία Παρασκευή είναι εγγεγραμμένα 120 άτομα, ενώ τα μαθήματα αποτελούνται από δύο κύκλους σπουδών και δίνουν απολυτήριο Γυμνασίου με στόχο την κοινωνική επανένταξη. Γλώσσα, Αριθμητική, Πληροφορική, Αγγλικά, Κοινωνικός Γραμματισμός, Φυσικές Επιστήμες, Περιβαλλοντικός και Αισθητικός Γραμματισμός συνθέτουν μια πολύπλευρη γνώση. «Ωστόσο, ο πραγματικός μας στόχος είναι να καταφέρουν οι εκπαιδευόμενοι να εντάσσονται σε ομάδες, να αναπτύξουν τη συνεργατικότητα και την αυτοπεποίθησή τους. Να ενταχθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι» λέει ο Δ. Κατσίνης. Μοναδικό κριτήριο για να πάει κάποιος σε ΣΔΕ είναι να έχει συμπληρώσει τα 18 έτη και να έχει απολυτήριο Δημοτικού. Και ανοίγεται μια δεύτερη ευκαιρία για την αγορά εργασίας. «Υπάρχει επαγγελματική αποκατάσταση και οι περισσότεροι από αυτούς συνεχίζουν να φοιτούν σε νυχτερινά ή επαγγελματικά Λύκεια, ενώ κάποιοι συνέχισαν και στα πανεπιστήμια» λέει ο Δ. Κατσίνης.

Ο ίδιος εργάζεται σε αυτά τα σχολεία από το 2003. Αυτό που τα ξεχωρίζει είναι και η δυνατότητα που προσφέρουν για υποστήριξη σε όλα τα επίπεδα. «Έχουμε ψυχολόγο και σύμβουλο σταδιοδρομίας εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Πολλοί εκπαιδευόμενοι κάνουν συνεδρίες και επαγγελματικό προσανατολισμό» προσθέτει. «Και εμάς, ως διδάσκοντες, μας ανοίγουν την ψυχή τους, μας βλέπουν σαν τους μέντορές τους. Κι εμείς παίρνουμε πολλά μαθήματα ζωής από εκείνους».

Μια «αγκαλιά» για όλους

«Προσπαθούμε όχι μόνο να τους φέρουμε σε επαφή με τη μάθηση καθαυτή, αλλά με τη μαθησιακή διαδικασία, καθώς οι περισσότεροι λείπουν πολλά χρόνια από τα θρανία» λέει στην ΑΥΓΗ η Αλεξάνδρα Βασιλοπούλου, φιλόλογος σε ΣΔΕ εδώ και πέντε χρόνια. Από το ΣΔΕ στον ΟΚΑΝΑ, στο ΣΔΕ Αθήνας και στο ΣΔΕ Αγίας Παρασκευής, οι αποσκευές της είναι γεμάτες με ανθρώπινες σχέσεις και εμπειρίες.  Όλα αυτά τα χρόνια, συμπορεύεται με ανθρώπους και τους βοηθά να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, να τονώσουν την αυτοεκτίμησή τους, να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες για το πώς να φέρονται και να συνυπάρχουν με άλλους. Πώς να συνεργάζονται ή να μιλάνε μπροστά σε κόσμο. «Βλέπουν τη μόρφωση ως κάτι άπιαστο, αλλά όταν εμπλέκονται, βλέπουν ότι είναι εφικτός στόχος να την κατακτήσουν» λέει η Αλ. Βασιλοπούλου. Ωστόσο, ένα «αγκάθι» στα σχολεία αυτά είναι το γεγονός ότι λειτουργούν με ελάχιστους μόνιμους καθηγητές. Οι ωρομίσθιοι συνήθως καθυστερούν να φθάσουν και τα σχολεία υπολειτουργούν, καθώς γίνονται τα μισά μαθήματα. Κι αυτό γιατί, παρά την εξαιρετική δουλειά που γίνεται, το ενδιαφέρον της Πολιτείας είναι ελάχιστο.

Για εκείνη, ένα σχολείο καρδιάς είναι το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας που λειτούργησε στον ΟΚΑΝΑ μέχρι το 2019 και είχε παράρτημα στα Κάτω Πατήσια. «Πρώην χρήστες έβρισκαν έναν απίστευτο λόγο ύπαρξης μέσα από αυτό το σχολείο» λέει η ίδια. «Είχαμε ανθρώπους που πάθαιναν κρίσεις, είχαν ψυχιατρικά θέματα και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το σχολείο έγινε σημείο αναφοράς της ζωής και της καθημερινότητάς τους». Μια καθημερινότητα στην οποία, πέρα από τη διαδικασία της αποτοξίνωσης, έδιναν νόημα και τα μαθήματα του σχολείου. «Είχαμε βρει ξενοδοχείο στην Αχαρνών που μας έστελνε ό,τι περίσσευε από τον πρωινό μπουφέ, είχαμε βρει φούρνους που έστελναν τα σφολιατοειδή που τους έμεναν. Δίναμε την ψυχή μας για να τους παρέχουμε ό,τι τους στερήθηκε. Μάλιστα, ένα 20% πρώην χρηστών αποφάσισαν μετά να πάνε και σε ΕΠΑΛ για να διευρύνουν τις γνώσεις τους».

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του 35χρονου Κώστα, που ήταν πρώην εξαρτημένος στην ηρωίνη και τα είχε παρατήσει όλα. Είχε ξεχάσει ακόμα και να γράφει. Η δική του ζωή έκανε στροφή 180 μοιρών. Μέσα από τη φοίτηση στο ΣΔΕ του ΟΚΑΝΑ κατάφερε να πάρει απολυτήριο Γυμνασίου, ενώ στη συνέχεια προχώρησε με τις σπουδές του περαιτέρω, πήγε σε Επαγγελματικό Λύκειο και τώρα είναι μηχανολόγος αυτοκινήτων.

Ταυτόχρονα η Αλ. Βασιλοπούλου θυμάται έντονα και το ΣΔΕ στην Αθήνα, στο οποίο φοιτούσαν τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι που είχαν καταφτάσει πριν από μερικά χρόνια από τη Θράκη και είχαν αγοράσει μικρά σπίτια στην περιοχή του Κολωνού. Δεν υπήρχε τότε μειονοτικό σχολείο στην Αθήνα. Πολλοί έπιασαν δουλειές στον δήμο -ως μειονότητες- με συμβάσεις και τους ζητούσαν απολυτήριο. Ωστόσο, δεν ήξεραν καλά ελληνικά. «Στο ΣΔΕ τους δώσαμε τη δυνατότητα εξατομικευμένης διδασκαλίας, δηλαδή ιδιαίτερα μαθήματα» επισημαίνει η Αλ. Βασιλοπούλου. «Πολλοί έρχονταν με συντηρητικές πεποιθήσεις, όμως με τη μάθηση σιγά - σιγά οι αντιλήψεις αυτές άλλαζαν».

Και μαζί με εκείνους, άλλαζε και ολόκληρος ο κόσμος. Γινόταν λίγο καλύτερος. Γιατί είχε χώρο για όλους.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0