Live τώρα    
Ψηφιακή Δημοκρατία / Προστασία της δημοκρατίας ή λογοκρισία;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ψηφιακή Δημοκρατία / Προστασία της δημοκρατίας ή λογοκρισία;

EPA

Η απόφαση των εταιρειών social media, του Twitter, του Facebook κ.ά., να «κατεβάσουν» τους λογαριασμούς του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε συζητήσεις, κυρίως έναν προβληματισμό σε σχέση με την ελευθερία του λόγου, τα όριά της και ποιος τα ελέγχει.

Και εάν «έριξαν» τον λογαριασμό του Τραμπ, ενός από τους ισχυρότερους ανθρώπους στον πλανήτη, τότε φαντάσου σε τι αποκλεισμό μπορούν να οδηγήσουν απλούς ανθρώπους σαν εμάς ή, ακόμα χειρότερα, αριστερούς ανθρώπους που παλεύουν για τις ιδέες τους. Πού σταματάει αυτή η δικαιοδοσία; Ποιος τους την έδωσε; Πώς προστατεύεται το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου;

Από την άλλη πλευρά, άλλοι ρωτούν, με τη σειρά τους, πόση ανοχή μπορεί να δείχνει μια κοινωνία στον φασιστοειδή, τοξικό λόγο μίσους που εκπορεύεται από τα πιο επίσημα χείλη; Για πόσο διάστημα μπορεί ανενόχλητος να δηλητηριάζει με λόγο μίσους; Με ρατσιστικές αναφορές και με σεξιστικές δηλώσεις; Στην Ελλάδα ο φασιστικός λόγος της Χρυσής Αυγής μπήκε στη φυλακή και τουλάχιστον δεν είμαστε εκτεθειμένοι στην τοξικότητά του. Η Αμερική τώρα κάνει τα βήματά της σε αυτή την κατεύθυνση.

Το θέμα των ατομικών ελευθεριών και ειδικότερα η ελευθερία της έκφρασης μέσω των social media αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς αναμένεται σύντομα η ενσωμάτωση της Οδηγίας της Ε.Ε. για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, που ρυθμίζει ακόμη και θέματα περιεχομένου του Διαδικτύου. Μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο λογοκριτικό;

Η ΑΥΓΗ ζήτησε τη γνώμη δύο ειδικών σε θέματα επικοινωνίας και μέσων ενημέρωσης, ανοίγοντας τη συζήτηση. Με τον καθηγητή Γιώργο Πλειό μιλήσαμε με βάση τη συνέντευξη που έδωσε προ ημερών στην Ευγενία Λουπάκη στον ρ/σ Στο Κόκκινο 105,5. Με τον καθηγητή Νίκο Σμυρναίο εξ αποστάσεως, από τη Γαλλία όπου διαμένει.

 

Νίκος Σμυρναίος, αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, Γαλλία

Η Αριστερά να απαιτήσει διαφάνεια και λογοδοσία από τα ολιγοπώλια

Νίκος Σμυρναίος, αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, Γαλλία

Πώς βλέπετε το κατέβασμα των λογαριασμών του Τραμπ από τις εταιρείες που διαχειρίζονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Το μπλοκάρισμα των λογαριασμών του Τραμπ στα social media μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο είναι ένα ζήτημα με μεγάλες προεκτάσεις, που προκάλεσε πολλή συζήτηση και κριτική.

Σε πρώτη ανάλυση, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση των Twitter, Facebook και YouTube να αφαιρέσουν από τον Αμερικανό Πρόεδρο τη δυνατότητα να απευθυνθεί στα εκατομμύρια ακόλουθούς του είναι θετική αν την κρίνουμε ως προς το άμεσο αποτέλεσμά της: επιβάλλει σιωπή στον μεγαλύτερο πόλο ακροδεξιού λόγου παγκοσμίως, σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου παρατηρείται άνοδος της νεοφασιστική ιδεολογίας.

Από την άλλη, η συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει το πρόβλημα της υπέρμετρης δύναμης που έχει αποκτήσει σήμερα το διαδικτυακό ολιγοπώλιο και τη δυνατότητα μιας μικρής ομάδας πολυεθνικών να ελέγξουν την ελευθερία της έκφρασης στα ψηφιακά μέσα. Σήμερα, πράγματι, οι ολιγοπωλιακές ψηφιακές πλατφόρμες έχουν τη δύναμη να κάνουν να σωπάσει όποιος θέλουν. Και συνήθως κατεβάζουν λογαριασμούς που εκπέμπουν έναν αντι-ηγεμονικό λόγο, μετά από παρέμβαση των κυβερνήσεων ή άλλων εξουσιών, στο παρασκήνιο. Κάτι που προφανώς είναι καταδικαστέο.

Όμως στην περίπτωση του Τραμπ η κριτική που πηγάζει από γενικόλογες αξιακές τοποθετήσεις περί αυθαίρετης απόφασης που καταστέλλει την ελευθερίας της έκφρασης δεν βοηθούν στην ακριβή κατανόηση των γεγονότων που οδήγησαν σε αυτήν.

Δεν είναι όμως εντέλει μια αυθαίρετη απόφαση; Πού ακριβώς στηρίζεται;

Δεν πρόκειται για μια αυθαίρετη απόφαση, ένα καπρίτσιο του Μαρκ Ζούκερμπεργκ που ξύπνησε ένα πρωί και πάτησε ένα κουμπί σιγάζοντας τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, αλλά για μια μακρόχρονη πολιτική διεργασία. Εδώ και μήνες αριστερές οργανώσεις, ακτιβιστές, κινήματα όπως το Black Lives Matter, που δέχονταν ειδεχθείς επιθέσεις από τον Τραμπ, απαιτούσαν να σταματήσει η διάχυση ρητορικής μίσους μέσω Διαδικτύου από τον ίδιο και τους οπαδούς του.

Σε αυτό το κίνημα συμμετείχαν και οι εργαζόμενοι στις πλατφόρμες, οι οποίοι από τον Ιούνιο έχουν προβεί σε στάσεις εργασίας όπως στο Facebook, ψηφίσματα όπως στο Twitter και άλλες πρωτοβουλίες απαιτώντας μέτρα ενάντια στον Τραμπ. Αυτό έκανε και το νεοσυσταθέν συνδικάτο εργαζομένων της Google. Η απόφαση για μπλοκάρισμα των λογαριασμών ελήφθη λοιπόν μετά από τεράστια πολιτική πίεση του κοινωνικού κινήματος στη Αμερική, ιδίως μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο.

Αυτό είναι παρήγορο, όμως τελικά αποφασίζουν οι εταιρείες. Και πώς μπορούν να παρέμβουν τα εθνικά κράτη; Υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν ελεγκτικοί θεσμοί;

Σε αυτή τη συγκυρία, βρισκόμαστε έτσι μπροστά στο δίλημμα: Προτιμούμε μια απόφαση που θα πάρει το Twitter ή η Google υπό την πίεση του κοινωνικού κινήματος ή προτιμούμε μια νομική «ρύθμιση» της ελευθερίας της έκφρασης στα ψηφιακά μέσα που πρακτικά θα θεσπίσουν και θα εφαρμόσουν κυβερνήσεις όπως π.χ. αυτές του Κυρ. Μητσοτάκη στην Ελλάδα ή του Εμ. Μακρόν στη Γαλλία; Όταν ξέρουμε καλά ότι αυτές κόβονται και ράβονται για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και εφαρμόζονται κατά το δοκούν;

Ένα παράδειγμα. Αυτό τον καιρό στην Ελλάδα συζητιέται η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων, όπου προβλέπονται ρυθμίσεις για το περιεχόμενο των πλατφορμών. Σε αξιακό επίπεδο συμφωνούμε όλοι με τον στόχο μιας ρύθμισης από έναν δημόσιο φορέα που υπερασπίζεται το κοινό συμφέρον. Πώς θα εφαρμοστεί όμως η Οδηγία στην ελληνική πραγματικότητα; Είναι σε θέση το ΕΣΡ να αντεπεξέλθει σε αυτή την αποστολή, όταν ούτε τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν είναι σε θέση να ελέγξει; Για ποιο λόγο παραχωρείται μια τέτοια αρμοδιότητα σε ένα τόσο αδύναμο όργανο; Προφανώς, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο: επειδή μπορεί να είναι ελεγχόμενο από την εκάστοτε εξουσία.

Είστε υπέρμαχος της «αυτορρύθμισης» λοιπόν. Δεν είναι παρακινδυνευμένο;

Γνωρίζουμε ότι ο νόμος δεν είναι θέσφατο αλλά αποτυπώνει τον πολιτικό και ταξικό συσχετισμό δυνάμεων σε κάθε ιστορική συγκυρία. Το να ζητάμε μια «δημόσια ρύθμιση» του Διαδικτύου εναποθέτοντας τις ελπίδες μας στις κυβερνήσεις δεν αποτελεί λύση. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε τέτοια πολύπλοκα ερωτήματα. Η Αριστερά θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά αυτά τα ζητήματα και να αποκτήσει συγκεκριμένη άποψη για το πώς ο λαϊκός και κοινωνικός παράγοντας θα μπορέσει να διαμορφώσει άμεσα ένα ρυθμιστικό πλαίσιο της ψηφιακής έκφρασης από τα κάτω, χωρίς να περιμένει νομοθετικές παρεμβάσεις αμφιβόλου ποιότητας και αποτελεσματικότητας.

Αυτή η διαδικασία θα πρέπει να περιλαμβάνει, ταυτόχρονα, αξιοποίηση εναλλακτικών εργαλείων και τεχνολογιών, όπως το ελεύθερο λογισμικό και οι εναλλακτικές πλατφόρμες, διαρκή έλεγχο ενάντια σε κάθε αντιδημοκρατική λογοκρισία και απαίτηση για διαφάνεια και λογοδοσία σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις του διαδικτυακού ολιγοπωλίου. Με άλλα λόγια, και στα social media απαιτείται πολιτική εγρήγορση, κριτική σκέψη και κοινωνική διαπάλη.

 

Γιώργος Πλειός, καθηγητής, πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Χρειάζεται ένα «παγκόσμιο συμβόλαιο» σε θέματα επικοινωνίας και social media

ΠΛΕΙΟΣ
Γιώργος Πλειός, καθηγητής, πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Πώς βλέπετε το μπλοκάρισμα των λογαριασμών του Τραμπ; Είναι περιορισμός της ελευθερίας του λόγου;

Η ελευθερία του λόγου είναι μια από τις βασικές ελευθερίες και προϋπόθεση πολλών άλλων. Όμως πάντα υπόκειται σε περιορισμούς - π.χ. δεν επιτρέπεται η παιδική πορνογραφία, ο λόγος μίσους, η συκοφαντία κ.ά. Οι περιορισμοί προβλέπονται από κάποιο νομικό πλαίσιο, το σύνταγμα ή ειδικούς νόμους.

Ας έρθουμε τώρα στην περίπτωση Τραμπ. Γνωρίζουμε ότι κάλεσε τους οπαδούς του να πολιορκήσουν το Καπιτώλιο αμφισβητώντας ταυτόχρονα το αποτέλεσμα των εκλογών. Πρέπει να εξετάσουμε αν αυτό είναι παράνομο και με βάση ποια νομοθεσία. Ακόμη σημαντικότερο είναι αν οι εταιρείες των social media έχουν τη νομιμοποίηση να επιβάλλουν κυρώσεις. Η επιβολή περιορισμού του λόγου πρέπει να είναι νόμιμη. Είναι όμως; Σχετικό δίκαιο που να διέπει τη λειτουργία των social media διεθνώς δεν υπάρχει, πέρα από γενικές προβλέψεις διεθνών οργανισμών και συμβάσεων.

Συνεπώς, βρισκόμαστε διεθνώς στον αέρα; Ποιος αποφασίζει;

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο: από τη μια πλευρά έχουμε ένα παγκόσμια κοινωνικοποιημένο μέσο επικοινωνίας όπως το Twitter και από την άλλη την αμερικανική ιδιωτική του διαχείριση. Η υπόθεση Τραμπ - Twitter φέρνει στο προσκήνιο αυτή την αντίθεση. Διότι εδώ μια ιδιωτική εταιρεία επιβάλλει περιορισμούς της ελευθερίας του λόγου με τους δικούς της κανόνες, όχι κανόνες δικαίου.

Ο Τραμπ δεν εμφανίστηκε τώρα. Είναι ένας ακροδεξιός, ρατσιστής, μισαλλόδοξος πολιτικός, που έχει την ίδια συμπεριφορά αδιαλείπτως τουλάχιστον από το 2016. Γιατί δεν έκαναν κάτι τόσο καιρό το Twitter και το Facebook; Μήπως η απάντηση είναι «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται;».

Κανείς δεν λέει ότι οι εταιρείες social media είναι αθώες.

Από μία άποψη, αυτό που έκαναν οι εταιρείες είναι και μια πολιτική αυτοδικία. Τον Δεκέμβριο 2016, σε συνέντευξη Τύπου, ο Τραμπ αρνήθηκε να δώσει τον λόγο σε εκπρόσωπο του CNN να του απευθύνει ερώτηση λέγοντας πως το CNN είναι fake news media - και από εκεί ξεκίνησε η χρήση του όρου fake news. Δικαίως ξέσπασαν τότε διαμαρτυρίες για το φίμωμα του CNN. Όμως, σε όλο το διάστημα από τότε, ήθελαν τη στήριξη της προεδρίας των ΗΠΑ, δηλαδή του Τραμπ, τουλάχιστον νομικο-διοικητικά. Γι’ αυτό ήθελαν να τα πηγαίνουν καλά με τον Τραμπ. Το Facebook, που έκλεισε τον λογαριασμό του Τραμπ, δεν ήταν που τον βοήθησε δίνοντας προσωπικά στοιχεία χρηστών του Facebook στην Cambridge Analytica προκειμένου να κατασκευαστούν εξατομικευμένα fake news προς τους Αμερικανούς πολίτες, γεγονός που συνέβαλε ώστε να κερδίσει ο Τραμπ στις εκλογές το 2016; Πώς εμφανίζεται τώρα ως διαπρύσιος εχθρός του; Το Facebook δεν βοήθησε τον φασίστα Τραμπ να εκλεγεί; Συνεπώς δεν μπορούμε να αφήσουμε την τήρηση της ελευθερίας του Λόγου ούτε στο Twitter ούτε στο Facebook ούτε σε καμία ιδιωτική εταιρεία, ιδιαίτερα παγκόσμια.

Συνεπώς, κάθε χώρα να ρυθμίζει τα του οίκου της. Τι μπορεί να γίνει όμως με τις πολυεθνικές - κολοσσούς του Διαδικτύου;

Τα όρια της ελευθερίας του λόγου σε κάθε χώρα τα ορίζει αντίστοιχο νομικό πλαίσιο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτός από τις πολύ γενικές προβλέψεις δεν υπάρχουν εξειδικευμένες ρυθμίσεις για την ελευθερία του λόγου στα social media. Στην ουσία λοιπόν, οι εταιρείες παίζουν ένα παιχνίδι κατά το δοκούν. Για παράδειγμα, στη Σαουδική Αραβία η Netflix έκανε συμβιβασμούς σε θέματα ελευθεριών για να έχει την αγορά της χώρας. Στην Τουρκία το Twitter -που έκλεισε τον λογαριασμό του φασίστα Τραμπ- έχει συμβιβαστεί με τη απαίτηση του δικτάτορα Ερντογάν να ορίσει τοπικό εκπρόσωπο, ώστε να λογοδοτεί σε περιπτώσεις που παραβιάζει τη νομοθεσία στην Τουρκία. Είναι όλα αυτά υποκριτικά ή δεν είναι;

Δεν πρόκειται για κανόνες δημοκρατίας, αλλά για κανόνες αγοράς. Αυτό που γίνεται τώρα είναι ότι έρχεται μια ιδιωτική εταιρεία να ρυθμίσει τα όρια της ελευθερίας του λόγου σε μια χώρα και διεθνώς χωρίς νομικό πλαίσιο. Βγάλτε από τη μέση τον φασίστα Τραμπ. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε πολίτης.

Εμπιστεύεστε τις κυβερνήσεις ή ακόμη και ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς να προχωρήσουν σε ρυθμίσεις για τα social media; Δεν θα εξυπηρετούν τις κυρίαρχες τάξεις;

Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ιδιωτικές εταιρείες, είτε παρακινούμενες από εμπορικά συμφέροντα είτε έχοντας πολιτικά κίνητρα, ορίζουν τα όρια της ελευθερίας του λόγου όπως τις συμφέρει. Καθώς έχει παγκοσμιοποιηθεί η επικοινωνία, χρειάζεται ένα «παγκόσμιο συμβόλαιο» στα θέματα της επικοινωνίας και ειδικά των social media. Δεν φοβάμαι τη ρύθμιση, φοβάμαι τους ρυθμιστές. Στη ρύθμιση πρέπει να ελαχιστοποιηθεί ο ρόλος των μονοπωλίων και των κυβερνήσεων. Εάν δεν το κάνουμε με δημοκρατικό τρόπο, θα το κάνουμε με αυταρχικό τρόπο. Αυτή τη στιγμή ακολουθούμε τον αυταρχικό τρόπο, στον οποίο πρωταγωνιστούν ηγέτες του είδους Τραμπ ή εταιρείες - ή από κοινού ώς τώρα. Δεν μπορεί μια ιδιωτική εταιρεία να ορίζει τα όρια της ελευθερίας του λόγου κανενός και καμιάς ελευθερίας. Αυτό είναι νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός.

Σήμερα βρίσκεται στην Ελλάδα σε εξέλιξη η ψήφιση του λεγόμενου “νομοσχεδίου Πέτσα”, που ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο την ευρωπαϊκή Οδηγία του 2018 για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων. Στο άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο α, προβλέπονται συνέπειες για όσους εκφράζουν λόγο μίσους προς ομάδες πολιτικών φρονημάτων. Η έκφραση «Θάνατος στον φασισμό» ή το τραγούδι «Πότε θα κάνει ξαστεριά» ή το αντίστοιχο του Λοΐζου μπορεί να εκληφθούν ως λόγος μίσους και να φιμωθούν όσοι τα πουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0