Σε νέα συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Παιδείας προχωρά σήμερα στις 13.00 η ΟΛΜΕ, προκειμένου να επιδιώξει συνάντηση με τη Νίκη Κεραμέως. Στόχος της Ομοσπονδίας είναι να τεθούν επί τάπητος το νέο νομοσχέδιο για την επαγγελματική εκπαίδευση, τα προβλήματα της τηλεκπαίδευσης, καθώς και η ασφαλής επαναλειτουργία των σχολείων.
Άρνηση διαλόγου
Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε αναβρασμό. Κι αυτό γιατί, για μία ακόμα φορά, μεσούσης της σοβαρότατης υγειονομικής κρίσης, η υπουργός Παιδείας αποφασίζει να καταθέσει νέο νομοσχέδιο για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, το οποίο φέρει πολλές αλλαγές -ορισμένες εκ των οποίων περιλαμβάνονται και στην έκθεση Πισσαρίδη για την Παιδεία- χωρίς, βέβαια, να έχει ζητήσει τις προτάσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η λογική τού «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», που ακολουθεί το υπουργείο σε σχέση με τις νομοθετικές του παρεμβάσεις, είναι γνωστή. Εξίσου γνωστή είναι και η άρνηση της κ. Κεραμέως να συναντήσει τους εκπαιδευτικούς, να λάβει υπόψη τις θέσεις τους και να συζητήσει τις προτάσεις τους. Υπενθυμίζεται ότι και στο τέλος Νοεμβρίου η ΟΛΜΕ είχε διατυπώσει ξανά αίτημα για συνάντηση με την υπουργό Παιδείας, αλλά βρήκε τις πόρτες κλειστές. Όπως λένε τα μέλη της Ομοσπονδίας, η τελευταία συνάντηση με την υπουργό είχε γίνει στις αρχές Οκτωβρίου (!), ενώ από τότε όλες οι προσπάθειές τους πέφτουν στο κενό.
Σημειώνεται ότι το νέο νομοσχέδιο για την επαγγελματική εκπαίδευση έχει ως βασική του πτυχή την υπαγωγή της στις ανάγκες της αγοράς και των επιχειρήσεων, που θα καθορίζουν ακόμα και τα προγράμματα σπουδών με βάση τα δικά τους συμφέροντα, ενώ επιδιώκει να δημιουργήσει σχολές διετούς κατάρτισης για απόφοιτους Γυμνασίου, οι οποίες θα δημιουργούν ανειδίκευτους τεχνίτες και φθηνό εργατικό δυναμικό.
Αίτημα η επαναλειτουργία των σχολείων τον Ιανουάριο
Σε ό,τι αφορά την επαναλειτουργία των σχολείων, οι φωνές των ειδικών ότι τα σχολεία πρέπει να επαναλειτουργήσουν μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων πληθαίνουν. Με αυτή την άποψη συντάσσονται και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι ζητούν να ανοίξουν τα σχολεία τον Ιανουάριο, καθώς μέχρι σήμερα βρέθηκαν απροστάτευτοι απέναντι στην πανδημία, σε ασφυκτικά γεμάτα τμήματα - υγειονομικές βόμβες. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ κ. Θοδωρής Τσούχλος, μέχρι σήμερα καταγράφηκαν πολλοί θάνατοι εκπαιδευτικών, κυρίως σε περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Πέλλα και η Θήβα, ενώ μεγάλος αριθμός καθηγητών βρίσκονται διασωληνωμένοι στα νοσοκομεία.
Επιπλέον, το γεγονός ότι τα σχολεία είχαν ανοίξει ανοχύρωτα τον Σεπτέμβριο, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις των εκπαιδευτικών για ολιγομελή τμήματα 15 μαθητών, για δειγματοληπτικά τεστ σε μαθητές και εκπαιδευτικούς και για εύρεση νέων σχολικών αιθουσών, οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων εντός των σχολικών μονάδων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδίας, από την πρώτη μέρα που άνοιξαν Γυμνάσια και Λύκεια, καταγράφηκαν 5.000 κρούσματα σε μαθητές ηλικίας έως 17 ετών, ενώ 1.000 σχολεία ή τμήματα έκλεισαν λόγω εμφάνισης κρουσμάτων.
Από την άλλη, το υπουργείο Παιδείας αρνείται ότι η αύξηση των κρουσμάτων έγινε εντός των σχολικών μονάδων και τη μία ισχυρίζεται ότι έγιναν «λόγω των εξωσχολικών δραστηριοτήτων των παιδιών», την άλλη «λόγω της αυξημένης κινητικότητας έξω από τα σχολεία». Η πραγματικότητα το διαψεύδει ξανά.
Αυτό που επιδιώκουν οι εκπαιδευτικοί δεν είναι να παραμείνουν τα σχολεία κλειστά. Η δική τους άποψη είναι πως τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο, αυτό που ζητούν -ήδη από το πρώτο κύμα της πανδημίας- είναι να ανοίξουν τα σχολεία με ασφάλεια, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους μαθητές και τις οικογένειές τους, κάτι στο οποίο το υπουργείο Παιδείας απέτυχε παταγωδώς. Και δεν απέτυχε διότι δεν υπήρχαν προτάσεις και λύσεις, αλλά διότι δεν έκανε καμία απολύτως προσπάθεια να τις υλοποιήσει.
Τηλεκπαίδευση για... λίγους
Από την άλλη, όλο αυτό το διάστημα η τηλεκπαίδευση μετατράπηκε σε ένα φιάσκο δίχως τέλος. Στην αρχή, λίγοι ήταν οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές που κατάφεραν να συνδεθούν, καθώς το σύστημα έπεφτε συνεχώς. Όσοι τελικά κατάφεραν να συνδεθούν, αντιμετώπισαν προβλήματα με την εικόνα και τον ήχο, καθώς και παρεμβολές από... εξωσχολικούς που εισέρχονταν στις ψηφιακές τάξεις και παρενοχλούσαν τους μαθητές ή εμπόδιζαν την εκπαιδευτική διαδικασία.
Από την άλλη, η τηλεκπαίδευση, αντί να παρέχεται με όρους ισότιμης πρόσβασης των μαθητών, δημιούργησε ταξικούς φραγμούς ανάμεσά τους. Και αυτό διότι χιλιάδες μαθητές δεν είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, καθώς οι συνεχείς εξαγγελίες του υπουργείου Παιδείας για την παροχή λάπτοπ και τάμπλετ ήταν έπεα πτερόεντα. Παράλληλα, χιλιάδες ήταν και οι μαθητές οι οποίοι δεν είχαν καν πρόσβαση στο Ίντερνετ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τριτοκοσμικές εικόνες που έκαναν τον γύρο του Διαδικτύου και έδειχναν πέντε μαθητές σε χωριό του Πύργου να κάνουν μάθημα στην αυλή ενός καφενείου.
Το μέλλον της εκπαίδευσης προβλέπεται δυσοίωνο, καθώς το υπουργείο Παιδείας δεν κατάφερε να διαχειριστεί αυτή την υγειονομική κρίση και να προστατεύσει εκπαιδευτικούς και μαθητές, ενώ απέτυχε παταγωδώς να εξασφαλίσει ισότιμη πρόσβαση στην τηλεκπαίδευση.