ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΕΙΡΗΝΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ
Ιδιωτική συνομιλία, που ουδέποτε εισήλθε στην ουσία της δικογραφίας Βγενόπουλου, ήταν η επαφή που είχε ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος με την εισαγγελέα Εφετών Γεωργία Τσατάνη λίγο πριν θέσει στο αρχείο την υπόθεση, όπως αναφέρει σε εκτενή δήλωσή του μετά το δημοσίευμα του "Βήματος".
Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης μάλιστα επιμένει στη νομική του άποψη ότι κακώς αφαιρέθηκε η δικογραφία από τους αρμόδιους οικονομικούς εισαγγελείς που τη χειρίζονταν για περίπου τρία χρόνια και αφήνει αιχμές για τους επαίνους που δέχτηκε η εισαγγελέας από τον επιχειρηματία αμέσως μετά την αρχειοθέτηση.
Στην καταγγελία της, που επιδόθηκε στον Άρειο Πάγο και διαβιβάστηκε από εκεί αρμοδίως στο υπουργείο Δικαιοσύνης για να πάρει τον δρόμο της για την Βουλή, η Γ. Τσατάνη ισχυρίζεται ότι δέχτηκε έντονες πιέσεις από τον Δ. Παπαγγελόπουλο τον περασμένο Νοέμβριο για τον χειρισμό της επίμαχης δικογραφίας που είχε λάβει. Χαρακτηριστικά αναφέρει στην καταγγελία της πως ο αναπληρωτής υπουργός της τόνισε ότι έχει στα χέρια της ένα απόστημα που θα σκάσει στα χέρια της και την προειδοποίησε να επιστρέψει τη δικογραφία στην Εισαγγελία Διαφθοράς "... για να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου".
Η εισαγγελέας επίσης ισχυρίζεται ότι «δεν προέβη εις άμεση υποβολή» της αναφοράς της προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της υπόθεσης, αλλά την υπέβαλε μόλις αρχειοθέτησε την υπόθεση, χωρίς να ενδώσει σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση απειλή. Υποστηρίζει τέλος ότι έχει στη διάθεσή της αποδεικτικά στοιχεία για την επικοινωνία της με τον Δ. Παπαγγελόπουλο.
Η εισαγγελέας ήθελε μυστική συνάντηση
Ο αναπληρωτής υπουργός, χωρίς να αρνηθεί την επικοινωνία, δίνει μια τελείως διαφορετική εκδοχή. Σε εκτενή επιστολή τον προς τον πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση με ημερομηνία 2.3.2016 αναφέρει ότι η ίδια η Γ. Τσατάνη ζήτησε συνάντηση μαζί του "και μάλιστα μου πρότεινε να την επισκεφθώ στο γραφείο της, απογευματινές ή βραδινές ώρες, ή να συναντηθούμε κάπου αλλού και να μην έρθει αυτή στο γραφείο μου γιατί δεν ήθελε να γίνει γνωστή η συνάντησή μας".
Τελικά η συνάντηση έγινε στο γραφείο του Δ. Παπαγγελόπουλου, όπου, όπως αναφέρει, "ήθελε τη βοήθειά μου και τις συμβουλές μου. Μου είπε επίσης ότι με βλέπει ως παλιό συνάδελφο και όχι ως υπουργό και μου ζήτησε να την αντιμετωπίσω και εγώ το ίδιο. Στη συνέχεια σχεδόν κλαίγοντας ζήτησε τη βοήθειά μου γιατί μερίδα του Τύπου της καταλόγιζε ότι αφαίρεσε παράτυπα δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, δήθεν για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία, με πραγματικό σκοπό να αποτρέψει την άσκηση ποινικής δίωξης."
Η Γ. Τσατάνη, σύμφωνα με την επιστολή Παπαγγελόπουλου, "μου ζήτησε να λυπηθώ την κόρη της που αναφερόταν στα δημοσιεύματα του Τύπου και είχε στοχοποιηθεί, επικαλέσθηκε την αγάπη που και εγώ έχω στα παιδιά μου και μάλιστα μου έδειξε φωτογραφία της κόρης της σε δίπτυχη κάρτα, που μάλιστα την άφησε και παραμένει στο γραφείο μου. Επιπλέον μου ανέφερε ότι φοβάται μήπως της ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, διότι αυτό θα εμπόδιζε την προαγωγή της, την οποία ανέμενε σε λίγους μήνες".
Ο αναπληρωτής υπουργός, όπως αναφέρει, της σύστησε να είναι προσεκτική στο μέλλον επιμένοντας ότι εμφανίστηκε αμετακίνητος στην άποψή του ότι "και τη δικογραφία δεν έπρεπε να ζητήσει από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και έπρεπε να έχει κάνει δηλώσεις αποχής για υποθέσεις που είχαν σχέση με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας".
"Πράγματι δε -αναφέρει ο Δ. Παπαγγελόπουλος- της επεσήμανα ότι η νομική μου άποψη ήταν να επιστρέψει τη δικογραφία στην Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς ως μόνη αρμόδια σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 4022/2011 και 4139/2013 και τη σχετική εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς η εκφορά της νομικής μου άποψης απευθυνόμενος στην κ. Τσατάνη, κατά την επιδιωχθείσα από την ίδια συνάντησή μας, για την αποκλειστική αρμοδιότητα για την έρευνα της υπόθεσης από την Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς και συνεπώς την αναγκαιότητα, σύμφωνα με το νόμο, της επιστροφής της δικογραφίας στην αρμόδια Εισαγγελέα, δεν υποκρύπτει την παραμικρή υπόνοια παρέμβασής μου ή επηρεασμού της δικανικής της άποψης. Επισημαίνω δε ότι απέφυγα οποιαδήποτε συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσα άποψη για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή αρχειοθέτηση της δικογραφίας".
Παράνομη μαγνητοφώνηση ή... πολύ ισχυρή μνήμη;
Στην επιστολή του επίσης ο αναπληρωτής υπουργός τονίζει: "Πρέπει να επισημανθεί ότι η κ. Τσατάνη ισχυρίζεται στην αναφορά της ότι έχει αποδεικτικά στοιχεία για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μας. Δεν διευκρινίζει όμως εάν έχει κρατήσει τις εκατέρωθεν κλήσεις ή έχει μαγνητοφωνήσει την ιδιωτική μας συνομιλία κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 370Α Π.Κ.
Πάντως η αναγραφή δήθεν φράσεών μου στο κείμενο της αναφοράς της εντός εισαγωγικών και με χρήση αποσιωπητικών, υπό μορφή απομαγνητοφωνημένου κειμένου, και μάλιστα τρεις μήνες μετά τη συνομιλία μας, οδηγεί ευθέως στο συμπέρασμα ότι η Εισαγγελέας Εφετών διαθέτει πολύ δυνατή μνήμη.
Στο σημείο αυτό θέλω να διευκρινίσω ότι με μεγάλη λύπη αναφέρομαι σε όσα συζητήσαμε ιδιωτικά με την κ. Τσατάνη και εξ αυτού του λόγου περιορίζομαι να απαντήσω αποκλειστικά και μόνο σε όσα αποκάλυψε η ίδια. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ουδέποτε αναφέρθηκα στο πρόσωπο της κ. Τσατάνη δημοσίως ή ιδιωτικώς, ουδέποτε δήλωσα ή υπονόησα ότι συμμετέχει σε δικαστικά πραξικοπήματα και αγνοώ για ποιο λόγο θεώρησε ότι τα δικαστικά πραξικοπήματα την αφορούν προσωπικά.
Είναι κατ' αρχάς γνωστό ότι εγώ για πρώτη φορά αναφέρθηκα σε επαπειλούμενα δικαστικά πραξικοπήματα την 27.11.2015, σε ομιλία μου στη Βουλή των Ελλήνων. Είναι επομένως εντελώς ανυπόστατος ο ισχυρισμός της Εισαγγελέως ότι στα μέσα Νοεμβρίου ζήτησε να συναντηθούμε για να της εξηγήσω και να λυθούν οι τυχόν παρεξηγήσεις για δηλώσεις που δεν είχα ακόμη κάνει και όταν τις έκανα, όπως προαναφέρω, δεν αφορούσαν την κ. Τσατάνη.
Έπαινοι Βγενόπουλου και προφανή κίνητρα
Μετά τη συνάντησή μου με την Εισαγγελέα Εφετών μεσολάβησε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης Βγενόπουλου και η συνέντευξή του, όπου εκφράσθηκε με επαινετικούς χαρακτηρισμούς για την κ. Τσατάνη. Είναι σαφές ότι η Εισαγγελέας Εφετών παραδέχεται μεν ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, αλλά αισθάνεται αμήχανα ως προς τα προφανή κίνητρά της, δηλαδή, μεταξύ άλλων, την αποφυγή πειθαρχικού ελέγχου για τις υπηρεσιακές της ενέργειες. Η αμηχανία αυτή την αναγκάζει να επινοεί αιτιολόγηση της πρωτοβουλίας της για τη συνάντησή μας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και καταρρίπτεται από την κοινή λογική. Δεν θέλω να πιστέψω ότι υπάρχουν άλλα κίνητρα".
Προφανές το ενδιαφέρον της να ολοκληρώσει τη διαδικασία
Και η επιστολή καταλήγει: "Αποδεικνύει δε πλήρως την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά μου και τη μη περαιτέρω ενασχόλησή μου με την υπόθεση το γεγονός ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, η ίδια αναφέρθηκε στην υπόθεση και μου ζήτησε τις συμβουλές μου, ενώ εγώ κατά τα λεγόμενα της ίδιας της κ. Τσατάνη δεν ζήτησα καμιά πληροφορία για την ουσία της υπόθεσης και δεν υπέδειξα την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης.
Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κινήθηκε εις βάρος της κ. Τσατάνη καμιά πειθαρχική διαδικασία παρά εκφρασμένους από την ίδια κατά τη συνάντησή μας φόβους και δεν επεδίωξα μέχρι σήμερα καμιά περαιτέρω επικοινωνία μαζί της. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι η κ. Τσατάνη στην αναφορά της ισχυρίζεται ότι καθυστέρησε την υποβολή της για να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της δικογραφίας. Είναι επομένως προφανής τόσο η επιμέλεια όσο και το ενδιαφέρον της να ολοκληρώσει η ίδια την προκαταρκτική έρευνα.
Είμαι βαθύτατα απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της κ. Τσατάνη και λυπάμαι ειλικρινά γιατί με ανάγκασε κατά παράβαση των αρχών μου να αποκαλύψω λίγες πτυχές από την ιδιωτική συζήτηση που είχα μαζί της, μετά από δικό της αίτημα, προκειμένου να τη βοηθήσω και να τη συμβουλεύσω. Εύχομαι ολόψυχα να μην αναγκασθώ να αποκαλύψω όλη τη συζήτησή μας.
Με την παρούσα επιστολή μου αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά γεγονότα και δεν ασχολούμαι καθόλου με το νομικό μέρος της αναφοράς σε βάρος μου. Όσο είναι ηθικά ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και η προσπάθεια ποινικοποίησης μιας ιδιωτικής συνομιλίας που έγινε με πρωτοβουλία της κ. Τσατάνη, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια και συμβουλές, άλλο τόσο είναι και νομικά αβάσιμη, εφ' όσον δεν προκύπτει η ελαχίστη αναφορά για δήθεν παρέμβασή μου ως προς την ουσία της υπόθεσης και την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή την αρχειοθέτηση της δικογραφίας. Δυστυχώς η πείρα μου και οι νομικές μου γνώσεις μού επιτρέπουν να έχω σχηματίσει ασφαλή εκτίμηση και κρίση για τα κίνητρα και τους σκοπούς της κ. Τσατάνη. Είμαι βέβαιος ότι κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του".
Στη Βουλή η αναφορά Τσατάνη
Σημειώνεται ότι η καταγγελία της Γ. Τσατάνη έφτασε ήδη στη Βουλή και από εδώ και πέρα η διαδικασία έχει ως εξής: Είτε θα πρέπει να συλλεγούν οι υπογραφές 30 βουλευτών για να γίνει προκαταρκτική εξέταση είτε να συλλεγούν 60 υπογραφές βουλευτών για να γίνει εξεταστική. Σε διαφορετική περίπτωση η καταγγελία κρίνεται απαράδεκτη.
Διερεύνηση ζητά ο ΔΣΑ
Έντονο προβληματισμό και ανησυχία στους κόλπους του δικηγορικού σώματος και ευρύτερα της κοινωνίας εγείρουν τα αναφερόμενα από την Εισαγγελέα Εφετών Γ. Τσατάνη, που είδαν πρόσφατα φως της δημοσιότητας, σύμφωνα με ανακοίνωση του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας Βασίλη Αλεξανδρή.
Ο πρόεδρος του ΔΣΑ τονίζει ότι "οιαδήποτε τυχόν επέμβαση -άμεση ή έμμεση- στο έργο της δικαστικής λειτουργίας από εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας θέτει σε δοκιμασία θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής μας τάξης, καταλύει τη διάκριση των λειτουργιών, προσβάλλει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, θίγει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κάθε πολίτη, κατά τις επιταγές του Συντάγματος, όπως επίσης και της ευρωπαϊκής δικαιοταξίας" Σημειώνει τέλος ότι "η περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος είναι ασφαλώς αναγκαία".