Live τώρα    
Η ευθύνη της Κ.Ο. της Νέας Αριστεράς και το χαμένο παράθυρο συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η ευθύνη της Κ.Ο. της Νέας Αριστεράς και το χαμένο παράθυρο συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ

ΒΟΥΛΗ ΕΔΡΑΝΑ
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Η πορεία της ελληνικής κεντροαριστεράς μετά τις διπλές εκλογές του 2023 χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, εσωστρέφεια και αδυναμία διαμόρφωσης ενός πειστικού αντιπολιτευτικού πόλου απέναντι στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς απέναντι στο ενδεχόμενο κοινής κοινοβουλευτικής συμπόρευσης με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τις πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Μια συντεταγμένη συνεργασία μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Νέας Αριστεράς θα μπορούσε να δημιουργήσει, έναν ισχυρότερο κοινοβουλευτικό πόλο με μεγαλύτερη πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση, κοινή προγραμματική επεξεργασία σε ζητήματα κράτους δικαίου, κοινωνικού κράτους και εργασίας, επανασυσπείρωση απογοητευμένων αριστερών και προοδευτικών ψηφοφόρων, ανάσχεση της δημοσκοπικής ανόδου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και προϋποθέσεις για μια ευρύτερη ανασύνθεση της ελληνικής κεντροαριστεράς.

Η επιλογή της Νέας Αριστεράς να διατηρήσει σαφείς αποστάσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς μια οργανωτική ή πολιτική διαφοροποίηση. Επηρέασε άμεσα τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ισχυρού κοινοβουλευτικού μπλοκ που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης και να αποτρέψει την πολιτική ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής ως βασικού εκφραστή της «σοβαρής» και «θεσμικής» αντιπολίτευσης.

Η Νέα Αριστερά γεννήθηκε μέσα από τη ρήξη με την ηγετική και πολιτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ μετά την εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη. Πολλά στελέχη της θεώρησαν ότι το κόμμα απομακρύνθηκε από τις συλλογικές διαδικασίες, την προγραμματική σοβαρότητα και την αριστερή φυσιογνωμία που εξέφραζε ιστορικά η παράταξη υπό τον Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο, η απόφαση να μην υπάρξει ούτε στοιχειώδης κοινοβουλευτική σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ είχε πολιτικό κόστος. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία αναζητούσε έναν αξιόπιστο αντίπαλο πόλο απέναντι στην κυβέρνηση, η εικόνα διασπασμένης και αλληλοσυγκρουόμενης Αριστεράς ενίσχυσε το αίσθημα απογοήτευσης των προοδευτικών ψηφοφόρων.                                                                                                                                                

Η Νέα Αριστερά επιδίωξε να διαμορφώσει αυτόνομο ιδεολογικό στίγμα, όμως η πολιτική πραγματικότητα έδειξε ότι η εκλογική και κοινοβουλευτική της ισχύς δεν επαρκούσε ώστε να επιβάλει από μόνη της ατζέντα. Αντίθετα, η απουσία συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ άφησε κενό στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο εκμεταλλεύτηκε σταδιακά το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ.

Η στρατηγική αυτονομίας της Νέας Αριστεράς είχε πολιτική λογική, όμως συνοδεύτηκε και από πολιτική περιθωριοποίηση. Δεν κατάφερε να αποκτήσει σαφή κοινωνική γείωση και διακριτό πολιτικό ακροατήριο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται ανάμεσα σε έναν ανασυγκροτημένο χώρο γύρω από τον Τσίπρα και σε ένα ενισχυμένο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ που διεκδικούν την ηγεμονία της κεντροαριστεράς.

Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν υπήρξε λάθος στη μη συγκρότηση κοινής κοινοβουλευτικής πορείας με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Είναι αν ο κατακερματισμός του προοδευτικού χώρου μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να οδηγήσει σε μακροχρόνια πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς και σε περαιτέρω συρρίκνωση της επιρροής της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία

Σε αντίθεση το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, υπό την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, επένδυσε συστηματικά στην εικόνα μιας πιο μετριοπαθούς, θεσμικής και «σοβαρής» αντιπολιτευτικής δύναμης. Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εμφανιστεί ενωμένος και η άρνηση της Νέας Αριστεράς να συμβάλει σε ένα κοινό μέτωπο διευκόλυναν αυτή τη στρατηγική. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ κατάφερε να προσελκύσει ψηφοφόρους που δεν πείθονταν ούτε από τη συγκρουσιακή εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από τη μικρή πολιτική εμβέλεια της Νέας Αριστεράς. Σταδιακά απέκτησε την πολιτική πρωτοβουλία στον χώρο της κεντροαριστεράς και εμφανίστηκε ως ο πιθανότερος μελλοντικός κυβερνητικός εταίρος ή εναλλακτικός πόλος εξουσίας.                                                                                                                                                      

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η πολιτική ευθύνη της ΚΟ της Νέας Αριστεράς. Ενώ διακήρυττε την ανάγκη προγραμματικής σοβαρότητας και προοδευτικής ανασύνθεσης, στην πράξη δεν συνέβαλε στη δημιουργία ενός ευρύτερου αντιπολιτευτικού μετώπου που θα μπορούσε να ανακόψει την πολιτική μετατόπιση ψηφοφόρων προς το ΠΑΣΟΚ ΚΙΝΑΛ.    
Η πιθανότητα δημιουργίας κοινής ΚΟ μεταξύ της Νέας Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν θα είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και να δημιουργήσει δυναμική επανασυσπείρωσης ψηφοφόρων που σήμερα παραμένουν αποστασιοποιημένοι ή πολιτικά άστεγοι, γιατί για ένα μεγάλο τμήμα προοδευτικών πολιτών, η εικόνα διάσπασης του χώρου λειτούργησε αποτρεπτικά. Αντίθετα, η εικόνα συνεννόησης, έστω σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, θα μπορούσε να αναζωογονήσει προσδοκίες πολιτικής επανεκκίνησης. Μια κοινή ΚΟ πιθανόν να αποκτούσε χαρακτηριστικά ευρύτερου πόλου συσπείρωσης και θα περιόριζε την εικόνα αποσύνθεσης που ενίσχυσε το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ.

Ιδιαίτερα τώρα που ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε έναν νέο φορέα (ΕΛ.Α.Σ.), η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Νέας Αριστεράς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βασικός ιδεολογικός και πολιτικός συνομιλητής με τον νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα. Σε αυτό το πλαίσιο, μια τέτοια πρωτοβουλία ανάπτυξης ενός ορατού και λειτουργικού κοινοβουλευτικού πόλου στα αριστερά, με δυναμική κοινωνικής απήχησης, τότε το «ΕΛ.Α.Σ» δύσκολα θα μπορούσε να κινηθεί αυτόνομα.                                                                                                                                  

Αντίθετα, θα βρισκόταν μπροστά σε ένα πολιτικό δίλημμα, είτε να συμπράξει με αυτόν τον χώρο ώστε να ηγηθεί μιας ευρύτερης προοδευτικής ανασύνθεσης, είτε να ρισκάρει τη δημιουργία ανταγωνιστικών κέντρων επιρροής στον ίδιο πολιτικό χώρο.

Η πίεση αυτή θα ήταν κυρίως κοινωνική και εκλογική. Εάν οι ψηφοφόροι έβλεπαν ότι διαμορφώνεται ήδη ένας στοιχειώδης πυρήνας ενότητας και συνεργασίας, τότε η απαίτηση για ευρύτερη συμπόρευση θα γινόταν ισχυρότερη. Σε αυτή την περίπτωση, ο Αλέξης Τσίπρας πιθανόν να ωθούνταν όχι απλώς σε διάλογο, αλλά σε οργανική σύμπραξη με στόχο τη συγκρότηση ενός νέου μεγάλου φορέα της προοδευτικής παράταξης.

Με άλλα λόγια, η κοινή ΚΟ θα μπορούσε να αποτελέσει όχι το τέλος μιας διαδικασίας, αλλά την αφετηρία ενός νέου πολιτικού κέντρου βάρους στην ελληνική κεντροαριστερά.

Γιώργος Αντύπας                                                                                                                      
Πρ. Διευθυντής ΕΣΥ
Μέλος της ΚΕ ΣΥΡΙΖΑΠΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0