Πριν να έχει νόημα να εμπλακεί η Ευρώπη σε διάλογο με τη Μόσχα, ή να ανοίξει το δικό της δίαυλο διαπραγμάτευσης με το Κρεμλίνο, η Μόσχα θα πρέπει να έχει δείξει πραγματικό ενδιαφέρον για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, έλεγαν οι αναλυτές σχετικά πρόσφατα καθώς ακούγονταν φωνές που ζητούσαν ή πρότειναν προσέγγιση με τη Ρωσία.
Τελευταία, η πιο ηχηρή μεταξύ αυτών ήταν της Μέρκελ. «Η Ευρώπη δεν κάνει αποτελεσματική χρήση του διπλωματικού δυναμικού της”» είπε προχθές η Γερμανίδα πρώην καγκελάριος.
Πριν μερικές μέρες, ο Πούτιν έκανε το νεύμα του διαλόγου. Είπε ότι πιστεύει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία πλησιάζει στο τέλος του και ότι θα ήταν πρόθυμος να διαπραγματευτεί νέες ρυθμίσεις ασφαλείας με την Ευρώπη. Πρότεινε μάλιστα τον Γερμανό πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ ως μεσολαβητή.
Μ’ άλλα λόγια, μια από τις βασικές προϋποθέσεις έναρξης του κεφαλαίου του διαλόγου φαίνεται πως έχει εκπληρωθεί. Και η άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι, δείχνουν τώρα να το σκέφτονται, συζητούν τις πιθανές μορφές, τα στάδια, τα θέματα αυτής της πιθανολογούμενης διαπραγμάτευσης.
Παρ’ όλα αυτά, η αμφιβολία είναι έντονη και διάχυτη. Είμαστε πραγματικά «εκεί»;
Έχουν όντως ωριμάσει οι συνθήκες για μια συνεννόηση που λογικά και αυτονόητα δεν μπορεί να αποφευχθεί, δεν μπορεί να μη γίνει;
Ζυγίζοντας την κατάσταση
Με τη σύγκρουση στην Ουκρανία να διακόπτει βίαια τη “συνέχεια” της μεταπολεμικής ειρήνης σε ευρωπαϊκό έδαφος, η στάση και η ρητορική της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία, άλλαξαν άρδην. Τα ευρωπαϊκά επιχειρήματα διατυπώθηκαν όχι στη γλώσσα του πολιτικού ρεαλισμού αλλά της ηθικής απολυτότητας. Έτσι, το Κρεμλίνο έπρεπε να απομονωθεί, να τιμωρηθεί, να αποδυναμωθεί, ίσως ακόμη και να ηττηθεί στρατηγικά.
Η διπλωματία έπαψε να θεωρείται εργαλείο πολιτικής δεξιοτεχνίας αλλά ένδειξη υποχωρητικότητας προς την επιθετικότητα. Τώρα η αλλαγή στον τόνο γίνεται από ανεπαίσθητη, αντιληπτή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αρχίζει να προετοιμάζεται για κάτι που μέχρι πρότινος θεωρούσε πολιτικά αδιανόητο, τις άμεσες διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν. Η απορία είναι αν αυτή η μετατόπιση αντανακλά περισσότερο προσαρμογή ή ρεαλισμό- ή ενδεχομένως και τα δύο.
Στο παρασκήνιο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συζητούν για τη πιθανότητα διορισμού κοινού απεσταλμένου στη Μόσχα. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είπε ότι υπάρχει τώρα το «δυναμικό» για συνομιλίες ΕΕ-Ρωσίας. Ακόμα και το Κίεβο, που καλούσε κάποτε τους Ευρωπαίους να δείξουν πυγμή στον Πούτιν, τώρα τους προτρέπει να μιλήσουν με «μία κοινή φωνή» απέναντι στη Μόσχα. Μόλις πριν από δύο χρόνια, όλα αυτά θα ήταν »καταδικαστέα» χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Τι άλλαξε λοιπόν; Άρχισαν ξαφνικά οι Ευρωπαίοι να εμπιστεύονται τον Πούτιν; Άλλαξαν γνώμη γι’ αυτόν; Δεν αποκλείεται. Εκείνο όμως που σίγουρα “δεν αποκλείεται” είναι άλλο: Το στρατηγικό περιβάλλον γύρω από την Ευρώπη έχει επιδεινωθεί δραματικά.
Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας γι' αυτό είναι η διάβρωση της σχέσης εμπιστοσύνης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει επηρεάσει τους ευρωπαϊκούς πολιτικο-στρατιωτικούς υπολογισμούς πιο βαθιά από οποιαδήποτε ρωσική προέλαση στο πεδίο της μάχης. Η ολοένα και πιο σαφής εχθρότητα του Τραμπ προς την Ευρώπη σε συνδυασμό με την συναλλακτική προσέγγιση του στο ΝΑΤΟ και τον περισπασμό της προσοχής του στη Μέση Ανατολή, έχουν πείσει πολλές ευρωπαϊκές ηγεσίες ότι η Ουάσινγκτον δεν είναι διατεθειμένη να εγγυάται τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρώπης επ' αόριστον.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες φοβούνται ένα σενάριο που κάποτε φάνταζε απίθανο. Ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν τελικά να επιβάλουν, ή να αποδεχτούν, μια διευθέτηση στην Ουκρανία η οποία θα διαπραγματευόταν σε μεγάλο βαθμό με αμερικανικούς και ρωσικούς όρους, αφήνοντας την Ευρώπη όχι μόνο απ’ έξω αλλά αναγκάζοντάς της να επωμιστεί και τις συνέπειες. Η ανησυχία δεν έγκειται στο ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να εγκαταλείψει την Ουκρανία, έγκειται στο ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να μείνει έξω από τον διακανονισμό, στρατηγικά εγκαταλειμμένη. Αυτός ο φόβος βρίσκεται πίσω από την αλλαγή στάσης της. Η Ευρώπη δεν στρέφεται προς τη διπλωματία επειδή αισθάνεται ισχυρότερη αλλά επειδή φοβάται τον αποκλεισμό και τις συνέπειές του.
Αλλαγή συμπερασμάτων
Ο φόβος έχει ενταθεί και από τις απευθείας διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με τη Μόσχα, οι οποίες έχουν επανειλημμένα βαλτώσει. Η δυναμική της αμερικανικής διπλωματικής παρέμβασης στην Ουκρανία έχει περιοριστεί περαιτέρω εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν αναγκάζοντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να σκεφτούν ένα μέλλον υπό το οποίο η αμερικανική δέσμευση στο ουκρανικό θα γίνεται όλο και πιο αποσπασματική. Το μήνυμα από το Κίεβο έχει επίσης ενισχύσει την αλλαγή οπτικής. «Αν οι διαπραγματεύσεις είναι αναπόφευκτες, η Ευρώπη δεν πρέπει να μείνει εκτός».
Ωστόσο, όλα αυτά αντιπροσωπεύουν μια πτυχή των αιτιών αλλαγής της ευρωπαϊκής στάσης. Η άλλη, αν και δεν συζητείται τόσο συχνά ή δημόσια, προβληματίζει έντονα κατ' ιδίαν: Οι αρχικές υποθέσεις και εκτιμήσεις για την έκβαση του πολέμου έχουν αλλάξει.
Στη πρώτη φάση της σύγκρουσης, πολλοί στην Ευρώπη πίστευαν πως οι κυρώσεις κατά της Μόσχας, η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο και οι ρωσικές αποτυχίες στο πεδίο της μάχης θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν δραματικά σε πολιτικό επίπεδο τον Πούτιν ή να τον αναγκάσουν σε σημαντικές παραχωρήσεις. Αντ' αυτού, η Ρωσία προσαρμόστηκε. Η οικονομία της, αν και πιεσμένη, δεν κατέρρευσε. Οι στρατιωτικές απώλειες των ρωσικών δυνάμεων δεν προκάλεσαν εσωτερική αναταραχή. Και παρά τους είκοσι γύρους κυρώσεων, η Μόσχα εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και της κλιμάκωσης σε μεγάλο μέρος του μετώπου.
Το αποτέλεσμα δεν είναι βέβαια μια καθαρή ρωσική νίκη. Είναι η στρατηγική εξάντληση όλων των πλευρών, άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένων.
Αυτό εξηγεί γιατί η ευρωπαϊκή ρητορική έχει μετατοπιστεί διακριτικά από την «ανάγκη ήττας» της Ρωσίας στη «δημιουργία συνθηκών» για διαπραγματεύσεις. Ακόμα και ορισμένες από τις πιο «σκληροπυρηνικές» κυβερνήσεις του μπλοκ, μιλούν τώρα σαφώς πιο συγκρατημένα για τις προοπτικές νίκης της Ουκρανίας. Η διάκριση έχει σημασία διότι η Ευρώπη δεν έχει εγκαταλείψει την υποστήριξη προς το Κίεβο, αλλά αρχίζει να συνηθίζει στην ιδέα πως η στρατιωτική υποστήριξη από μόνη της είναι απίθανο να οδηγήσει σε ένα «καθαρό» αποτέλεσμα.
Κι όμως, παρά την συνειδητοποίηση του αδιεξόδου και της κόπωσης, κάθε άλλο παρά κοινή ευρωπαϊκή στάση φαίνεται να υπάρχει για έναν πιθανό διάλογο με τη Ρωσία. Πάλι η ΕΕ είναι βαθιά διχασμένη, διαιρεμένη και αμήχανη σε σχέση με το πώς θα πρέπει να «μοιάζουν» οι διαπραγματεύσεις αυτές.
Διαιρέσεις πάλι
Οι κυβερνήσεις στη βόρεια και ανατολική Ευρώπη - ιδιαίτερα των χωρών της Βαλτικής, της Πολωνίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας - είναι βαθιά επιφυλακτικές απέναντι σε οποιαδήποτε ιδέα άμεσης διαπραγμάτευσης με το Κρεμλίνο πριν υπάρξει η «γνήσια προθυμία» του, όπως λένε, για συμβιβασμό. Για αυτούς, η διπλωματία χωρίς μόχλευση κινδυνεύει να νομιμοποιήσει τα ρωσικά εδαφικά κέρδη και να επαναλάβει την αποτυχία των Συμφωνιών του Μινσκ.
Άλλες κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων της Ιταλίας, της Σλοβακίας αλλά και της Γαλλίας, υποστηρίζουν πως η Ευρώπη δεν μπορεί επ' αόριστον να «αναθέτει» τη διπλωματία της στην Ουάσιγκτον ενώ ταυτόχρονα να σηκώνει στις πλάτες της τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του πολέμου, ειδικά στην οικονομία.
Ωστόσο, οι διχογνωμίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με το αν η Ευρώπη θα πρέπει τελικά να συνομιλήσει με τη Ρωσία. Έχουν να κάνουν και με το «πότε», υπό ποιες συνθήκες και μέσω ποιου. Η κατάσταση, αν και όχι ξένη των διαχρονικών ευρωπαϊκών παραφωνιών, έχει γίνει πιο περίπλοκη μετά τον πολιτικό σεισμό που ταρακούνησε την κεντρική Ευρώπη με την πτώση του Βίκτορ Όρμπαν. Επί χρόνια, ο Ούγγρος πρωθυπουργός λειτουργούσε ως ο κύριος διαφωνών της πολιτικής που ακολουθεί η ΕΕ προς τη Ρωσία εμποδίζοντας τις κυρώσεις, καθυστερώντας τα πακέτα βοήθειας προς το Κίεβο και καλλιεργώντας ανοιχτά δεσμούς με το Κρεμλίνο. Η αποχώρησή του αρχικά φάνηκε να ενισχύει την ευρωπαϊκή ενότητα. Αλλά στην πραγματικότητα, η εικόνα είναι πιο ασαφής, λένε οι αναλυτές.
Η πτώση του Όρμπαν δεν σημαίνει αυτόματα ότι τα κράτη μέλη της κεντρικής Ευρώπης ευθυγραμμίστηκαν ομοιόμορφα με την κυρίαρχη πολιτική των Βρυξελλών. Αυτό που φαίνεται είναι ότι το μπλοκ των κεντρο-Ευρωπαίων είναι τώρα πιο ρεαλιστικό και λιγότερο αντιπαραθετικό προς την ακολουθούμενη γραμμή. Ηγέτες όπως ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία, η νέα ηγεσία της Βουλγαρίας, ακόμη και η κυβέρνηση της Ουγγαρίας μετά τον Όρμπαν, επιδιώκουν περισσότερο συναλλακτικές σχέσεις με τη Μόσχα επικεντρωμένες κυρίως στην ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομική σταθερότητα και όχι στην ιδεολογική ευθυγράμμιση με τον Πούτιν. Αυτό το στοιχείο βοηθά πραγματικά στο να γίνει πιο διαχειρίσιμη η εσωτερική πολιτική συνοχή της Ευρώπης.
Διακριτικότητα και ρεαλισμός
Σε αντίθεση με τον Όρμπαν, οι κυβερνήσεις της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης δεν επιδιώκουν ανοιχτή αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες. Υποστηρίζουν τη διαδικασία ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ, αποφεύγουν τη διπλωματία του βέτο και παραμένουν αφοσιωμένες στο ΝΑΤΟ. Υποστηρίζουν όμως και το άνοιγμα των καναλιών επικοινωνίας με τη Ρωσία και την αποκατάσταση των οικονομικών δεσμών μαζί της, όπου αυτό είναι δυνατόν.
Εν συντομία, η Ευρώπη μπορεί τώρα να είναι πιο συνεκτική ακριβώς επειδή οι σκεπτικιστές της πολιτικής της προς τη Ρωσία έχουν γίνει πιο διακριτικοί.
Όμως, αυτό σημαίνει πως η συνοχή είναι εύθραυστη. Πόσο μάλλον όταν οποιαδήποτε άμεση διαπραγμάτευση με τη Μόσχα ενέχει σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους ειδικά στην περίπτωση που το ρωσικό νεύμα για διάλογο δεν σηματοδοτήσει και το πάγωμα της σύγκρουσης. Αυτός είναι ο λόγος που οι Βρυξέλλες επιμένουν πως οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική προσέγγιση θα πρέπει να συμπληρώνει και όχι να αντικαθιστά τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Υπάρχει επίσης ένα ακόμη ανεπίλυτο ζήτημα, αυτό της εκπροσώπησης. Η πρόταση της Μόσχας για τον Σρέντερ απορρίφθηκε ασυζητητί λόγω των μακροχρόνιων δεσμών του με τις ρωσικές ενεργειακές εταιρείες και της προσωπικής σχέσης του με τον Πούτιν. Το όνομα της Μέρκελ προτείνεται τώρα ανεπίσημα, αν και η ίδια έχει απορρίψει την ιδέα υποστηρίζοντας πως μόνο εν ενεργεία ηγέτες διαθέτουν επαρκή πολιτική εξουσία για να διαπραγματευτούν αποτελεσματικά με το Κρεμλίνο.
Είναι δύσκολο να αγνοηθεί η ειρωνεία εδώ. Η πολιτική κληρονομιά της Μέρκελ επικρίθηκε έντονα εντός και εκτός Γερμανίας αφότου ξέσπασε ο πόλεμος λόγω της μεγάλης ενεργειακής εξάρτησης της Γερμανίας από τη Ρωσία και των σχεδίων διεύρυνσής της με τον Nord Stream. Αλλά η Ευρώπη ανακαλύπτει τώρα εκ νέου την «μερκελική» κοσμοθεωρία:
Είναι άλλο πράγμα το να εξοπλίζεσαι και άλλο το να κάνεις διπλωματία. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Άλλη λογική
Αυτή η λογική είναι που οδηγεί τώρα τους Ευρωπαίους. Η στρατιωτική πίεση στη Ρωσία θα συνεχιστεί, οι κυρώσεις θα παραμείνουν, ο επανεξοπλισμός θα επιταχυνθεί. Αλλά παράλληλα η Ευρώπη θέλει όλο και περισσότερο να προετοιμαστεί διπλωματικά για τη νέα αρχιτεκτονική που θα μπορούσε τελικά να σταθεροποιήσει το πλαίσιο ασφαλείας της ηπείρου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ειρήνη είναι κοντά. Στη πραγματικότητα, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διατείνονται κατ' ιδίαν ότι οι διαπραγματεύσεις δεν είναι πίθανες βραχυπρόθεσμα επειδή ούτε η Μόσχα ούτε το Κίεβο θεωρούν ακόμη τον συμβιβασμό λιγότερο δαπανηρό από τη συνέχιση του πολέμου. Ο Πούτιν εξακολουθεί να φαίνεται πεπεισμένος πως ο χρόνος ευνοεί τη Ρωσία ενώ η Ουκρανία συνεχίζει να πιστεύει ότι οι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις θα συντηρήσουν τη ρωσική επιθετικότητα.
Μόνο που ο συγκεκριμένος συσχετισμός δεν θα κρατήσει για πάντα, οι συνθήκες μεταβάλλονται και μαζί μ' αυτές αλλάζουν και οι στρατηγικοί υπολογισμοί. Συνειδητά ή όχι, η Ευρώπη φαίνεται να προετοιμάζεται για αυτή ακριβώς τη στιγμή. Η ΕΕ δεν μιλά σήμερα για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία επειδή πιστεύει σε μια μεταπολεμική τάξη συνεργασίας με τη Μόσχα. Το κάνει επειδή πιστεύει ολοένα και περισσότερο πως αυτή η μεταπολεμική τάξη μπορεί να μην είναι πλέον εγγυημένη από την Αμερική.
(Πηγές: Euronews, FT, Politico, The Independent, Carnegie Europe)