Την περασμένη Κυριακή οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στην Ευρώπη αναζητούσαν πληροφορίες για το ποιος είναι αυτός ο Αμπού Μοχάμαντ αλ Τζολάνι, ο άνθρωπος που μέσα σε δύο εβδομάδες επέλασε νικηφόρα μέχρι τη Δαμασκό και έτρεψε σε φυγή τον Μπασάρ αλ Άσαντ, ο οποίος μέχρι πριν από μερικές μέρες έμοιαζε απτόητος. Η επόμενη απορία αφορούσε τη σωστή προφορά του ονόματος του πρώην τζιχαντιστή, που τώρα δείχνει έτοιμος να φορέσει ένα άλλο προσωπείο προκειμένου να καθησυχάσει εντός και εκτός συνόρων όσους νιώθουν ανήσυχοι εξαιτίας του παρελθόντος του.
Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι τόσο το ανύπαρκτο βιογραφικό του συγκεκριμένου στα δημοσιογραφικά κιτάπια, αλλά η ανάλογη έλλειψη γνώσης και πληροφόρησης σε διπλωματικές, μυστικές και γραφειοκρατικές υπηρεσίες σε Βρυξέλλες, Βερολίνο, Παρίσι και αλλού για το τι συνέβαινε στην πολύπαθη Συρία. Και κατά συνέπεια η αδυναμία να υπάρξουν οι κατάλληλες προβλέψεις και τα πιθανά σενάρια αντιδράσεων για την επόμενη μέρα. Αργά το βράδυ της Κυριακής το Βερολίνο και το Παρίσι εξέφραζαν την ανακούφισή τους για την ανατροπή του Άσαντ και μια... ευχή να μην ξαναπέσει η χώρα στα χέρια ακραίων. Ευχή που μοιάζει πασπαρτού, αφού ταιριάζει σε οποιαδήποτε περίσταση.
Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι
Οι Ευρωπαίοι πιάστηκαν στον ύπνο από τη δυναμική των γεγονότων. Χρειάστηκε να φτάσει Τετάρτη για να... απαγγείλει η ΥΠΕΞ της Γερμανίας ένα σύντομο κείμενο γεμάτο υποθέσεις και αοριστίες. «Είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να δεχτούμε ότι η συγκεκριμένη πρώην σχετιζόμενη με την Αλ Κάιντα οργάνωση έχει δημιουργήσει δεδομένα» είπε η Αναλένα Μπέρμποκ, με ύφος ρεπόρτερ που έφτασε καθυστερημένα στον τόπο του εγκλήματος. Και ζήτησε χρόνο για να δει τις πράξεις της νέας εξουσίας προκειμένου να αποφασίσει «μαζί με τους εταίρους μας» τις επόμενες κινήσεις και αν και πώς θα συνεργαστεί μαζί της.
Δεν είναι φυσικά πρόβλημα μόνο της Μπέρμποκ και της Γερμανίας. Η βραδυκίνητη Ευρώπη ποτέ δεν φημιζόταν για τα γρήγορα αντανακλαστικά της σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Εδώ και δύο εβδομάδες αποφάσισε να τοποθετήσει ως ύπατο εκπρόσωπο εξωτερικής πολιτικής της μια Εσθονή, την Κάγια Κάλας, που μέχρι πρότινος η συντριπτική πλειονότητα των Ευρωπαίων αγνοούσε το όνομά της και η μοναδική περγαμηνή της οποίας είναι ο φανατικός αντιρωσισμός της. Όλο το ευρωπαϊκό αφήγημα της τελευταίας τριετίας στηρίζεται στην απειλή εξ ανατολών και στην ανάγκη εξοπλισμού της Δύσης για την αντιμετώπισή της. Ο ορίζοντας περιοριζόταν μέχρι την Ουκρανία. Αυτές δεν είναι και οι καλύτερες προϋποθέσεις για παρεμβατική πολιτική στην παγκόσμια σκηνή. Αλλά προφανώς οι βλέψεις των Βρυξελλών είναι εκ προοιμίου περιορισμένες. Αυτά που συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή μάλλον είναι πολύ περίπλοκα για να ασχοληθεί ο στρατός των γραφειοκρατών στις Βρυξέλλες με την παραγωγή προτάσεων. Έτσι κάποιες πιο γενναίες δηλώσεις του Ζοζέπ Μπορέλ, προκατόχου της Κάλας, στα τελειώματα της θητείας του μοιάζουν τώρα απλώς σαν ένα προσωπικό κύκνειο άσμα ενός ομολογουμένως έμπειρου διπλωμάτη, που μάλλον ήθελε να μας προϊδεάσει ότι από εδώ και στο εξής τα πράγματα μόνο χειρότερα μπορεί να πάνε.
Αφωνοι θεατές εγκλημάτων;
Φυσικά και είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς θα κινηθεί η νέα «μετανοημένη» τζιχαντιστική ηγεσία τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Αλλά το να παρακολουθούν οι Ευρωπαίοι άφωνοι την κανονική εισβολή του Ισραήλ (και) στη Συρία, οι δυνάμεις του οποίου έφτασαν να βλέπουν τη Δαμασκό, ή τα παζάρια του Ερντογάν με την έτσι κι αλλιώς αποδυναμωμένη λόγω συγκυρίας αμερικανική διοίκηση για το πώς θα πετσοκόψει τους Κούρδους δεν μπορεί να αποτελεί τιμή ούτε για τους Ευρωπαίους ηγέτες ούτε για τον πολυδαίδαλο και πολυάνθρωπο μηχανισμό της Κομισιόν, που έβαλε τώρα -όπως ισχυρίζεται- στόχο να καταπολεμήσει την υπέρμετρη γραφειοκρατία.
Ο πληγωμένος Πούτιν ως άλλοθι
Το μόνο που είχαν να εκφράσουν με στεντόρεια φωνή οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήταν η ικανοποίησή τους για το πλήγμα που δέχτηκε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, χάνοντας έναν παραδοσιακό σύμμαχο και πιθανώς και αεροπορικές βάσεις με τις οποίες η Ρωσία έφτανε πιο εύκολα ακόμα και στην Αφρική. Αλλά όλα αυτά εξακολουθούν να παραμένουν διαπιστώσεις που θα μπορούσε να κάνει ένας δημοσιογράφος με μικρή πείρα στον χώρο. Αυτό που λείπει είναι ένα σχέδιο παρέμβασης για το πώς η Ε.Ε. μπορεί να αξιοποιήσει τα περιβόητα όπλα της ως «ήπια δύναμη» (soft power), όπως αυτοχαρακτηριζόταν άλλοτε, για να παρέμβει στην περιοχή ειρηνευτικά και να αποφύγει μια γενικότερη αποσταθεροποίηση της κατάστασης. Απέμειναν, λοιπόν, οι κραυγές των ακροδεξιών σε όλη τη «Γερασμένη Ήπειρο» για την ανάγκη να αρχίσουν να στέλνονται πίσω καραβιές προσφύγων στη Συρία τώρα που έπεσε ο Άσαντ. Μόνο που κάποιοι από αυτούς πλέον κυβερνούν ή τα συνθήματά τους υιοθετούνται από καθωσπρέπει πολιτικούς άλλων χώρων, που αποφάσισαν ομόφωνα να σταματήσουν να εξετάζουν τις αιτήσεις ασύλου Σύρων, μέχρι να πειστούν ότι ο Αλ Τζολάνι θέλει πράγματι εκλογές και οικονομία της αγοράς.
Κενό ηγεσίας ή ουσίας;
Την περασμένη Δευτέρα ο Μάριο Ντράγκι μιλούσε για ένα «κενό ηγεσίας» στην Ευρώπη και εξέφραζε την ελπίδα ότι μετά τις γερμανικές εκλογές μπορεί να δούμε πάλι τον γαλλογερμανικό άξονα να... παίρνει μπροστά και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αλλά μέχρι να γίνουν οι εκλογές στα τέλη Φεβρουαρίου και να σχηματιστεί κυβέρνηση, στην πιο αισιόδοξη περίπτωση τον Απρίλιο, πολλά μπορεί να έχουν συμβεί. Με μεγάλο ερώτημα αν ο Εμανουέλ Μακρόν θα έχει ξεφύγει από τα δικά του κυβερνητικά αδιέξοδα, και με τον Τραμπ να μοιάζει έτοιμος να αρχίσει να ανακατεύει την τράπουλα από την πρώτη κιόλας μέρα της θητείας του. Συνεπώς είναι αφελής όποιος ελπίζει ότι αυτή η κρίση θα κάνει την Ε.Ε. πιο δυνατή, θα σφυρηλατήσει την ενότητά της και θα δώσει έμπνευση για κοινές πρωτοβουλίες. Μάλλον περισσότερες φυγόκεντρες τάσεις θα ενισχύσει. Γιατί, πέρα από την ηγεσία, αυτό που μοιάζει να λείπει είναι η ουσία, είναι μια πυξίδα για το προς τα πού θέλει να κινηθεί η Ευρώπη, που έχει καταδικαστεί εδώ και χρόνια να ικανοποιεί απλώς πρόσκαιρες επιθυμίες τραπεζιτών και επιδοτούμενων «επενδυτών». Τις εξελίξεις ή φροντίζεις να τις προλαβαίνεις και να τις επηρεάζεις ή τουλάχιστον είσαι έτοιμος να τις αντιμετωπίσεις με τα κατάλληλα εργαλεία για να μην τρέχεις πίσω τους καταϊδρωμένος. Η Ευρώπη ούτε το ένα ούτε το άλλο κατάφερε να κάνει. Γι’ αυτό και η μόνη αντίδραση που της «βγαίνει» αντανακλαστικά είναι η περιχαράκωση και ο στρουθοκαμηλισμός. Το πρόβλημά της δεν είναι ότι δεν τη νοιάζει πραγματικά η τύχη των 25 εκατομμυρίων Σύρων. Είναι ότι έχει χάσει από το στόχαστρό της την ανάγκη να διασφαλίσει μια καλύτερη ζωή και για τους δικούς της πολίτες.