Αν ήταν όλοι μαζί ενωμένοι, θα συγκέντρωναν συνολικά 187 έδρες, μία λιγότερη από τη μεγαλύτερη ομάδα της Ευρωβουλής, αυτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας. Όμως οι ακροδεξιοί της Ευρώπης έχουν και μεταξύ τους αρκετά να χωρίσουν, παρά τις προσπάθειες κάποιων να συγκροτήσουν μια μεγάλη «Μαύρη Διεθνή». Είναι άλλωστε και η προσωπική ματαιοδοξία που περισσεύει στις τάξεις αυτάρεσκων και υπερφίαλων αρχηγών. Έτσι, στην Ευρωβουλή, που συγκροτήθηκε σε σώμα την προπερασμένη Τρίτη, ο γκρίζος έως μαύρος αυτός χώρος εκπροσωπείται από τρία διαφορετικά γκρουπ.
Πατριωτισμός ως πολιτικό προϊόν
Στην πρώτη θέση, και τρίτη δύναμη συνολικά, είναι οι Πατριώτες για την Ευρώπη, με 84 έδρες, που γεννήθηκαν από μια ιδέα του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν και των ομοϊδεατών του από την Αυστρία και την Τσεχία και μεγάλωσαν απότομα μετά την προσχώρηση του Εθνικού Συναγερμού της Μαρίν Λεπέν από τη Γαλλία και της Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι από την Ιταλία. Στόχος τους, να κάνουν αισθητή με βρόντο την παρουσία τους εκμεταλλευόμενοι, ειδικά τώρα στο ξεκίνημα, και το γεγονός ότι η Ουγγαρία προεδρεύει της Ε.Ε., προς μεγάλο εκνευρισμό κάποιων στις Βρυξέλλες, που φέρονται να αναζητούν ακόμα και τρόπους να της αφαιρέσουν αυτό το «κυλιόμενο» αξίωμα.
Λίγο πιο πίσω τους, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές, με 78 έδρες, μόλις μία πάνω από το Renew του κυρίου Μακρόν. Εκεί το πρώτο βιολί ανήκει δικαιωματικά στην Τζόρτζια Μελόνι, πρωθυπουργό της Ιταλίας, η κυβέρνηση της οποίας ήταν από τις ελάχιστες στην Ευρώπη που δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές από τους συμπατριώτες της. Ισχυρή εδώ, και λόγω μεγέθους της χώρας, η παρουσία του πολωνικού κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης, το οποίο είναι πολύ αντιρωσικό για να συνεργαστεί με τους Πατριώτες, που δεν ανήκουν στους φανατικούς εχθρούς της Μόσχας.
Η ορφανή γερμανική Ακροδεξιά
Υπάρχει τέλος και η ομάδα Ευρώπη Κυρίαρχων Κρατών (25 έδρες), η οποία προέκυψε από την «ορφάνια» της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), που μετά τις δικαστικές της περιπέτειες λόγω ναζιστικών «παραστρατημάτων» στελεχών της έμοιαζε με μαύρο πρόβατο ακόμα και μέσα στις τάξεις των υπολοίπων όχι και τόσο φωτεινότερων συγγενών της. Αλλά η Νέα Δεξιά ή Alt Right προτιμά να δηλώνει αποστάσεις από τον ναζισμό προβάλλοντας άλλα στοιχεία, όπως η λατρεία για την πατρίδα και ο φόβος για την «αλλοίωση του έθνους», διανθισμένα με την προτίμηση σε αυταρχικούς τρόπους διακυβέρνησης, χωρίς πάντως να αμφισβητεί το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της οικονομίας. Και η AfD έχει χρωματιστεί ως διατηρούσα στενές σχέσεις με τη Μόσχα, οπότε της ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρει συμμάχους, πέραν κάποιων μικρών και περιθωριακών κομμάτων από άλλες οκτώ χώρες, προκειμένου να επιτύχει την απόκτηση του καθεστώτος της «ομάδας».
Με άλλα λόγια, ο 1 στους 4 ευρωβουλευτές εκπροσωπεί έναν ακραία συντηρητικό χώρο με αυταρχικές αρχές και τη διάθεση να επιστρέψει στα έθνη-κράτη κυριαρχία και δικαιώματα που τους αφαίρεσε η πορεία τής έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά ταλαιπωρημένης ευρωπαϊκής ενοποίησης που πρέπει να αναστραφεί.
Το γεγονός ότι δεν συμπορεύονται οι τρεις αυτές ομάδες, δεν θα κατεβάζουν δηλαδή κοινές πρωτοβουλίες, δεν αποκλείει το να συστρατεύονται για να μπλοκάρουν προοδευτικές αποφάσεις. Υπάρχει ανάλογη εμπειρία από το παρελθόν και οι παρεμβάσεις σε πνεύμα «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» είναι σίγουρο ότι δεν θα λείψουν τα επόμενα πέντε χρόνια.
Οι πρόθυμοι της Κεντροδεξιάς
Αλλωστε στις τάξεις των Χριστιανοδημοκρατών υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι να δουν με «άλλο μάτι» απόψεις που μπορεί και να μην είναι και τόσο ακραίες. Κάτι ανάλογο με την εγχώρια επιχειρηματολογία περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» αλλά και τις βολιδοσκοπήσεις για συνεργασία των Αδελφών της Ιταλίας της Μελόνι με την πιο ανοιχτή προς τα δεξιά Χριστιανοδημοκρατία - όπως συμβαίνει ήδη σε εθνικό επίπεδο στη Ρώμη. Η ίδια η κυρία Φον ντερ Λάιεν δεν είχε κρύψει την επιθυμία της να είναι πρόεδρος με υπερκομματική στήριξη, ακόμα και από την Άκρα Δεξιά. Ασχέτως αν μετά το σχετικό σούσουρο κάπως συμμαζεύτηκε.
Προς το παρόν, η πρόεδρος της Κομισιόν εξαντλεί τις δημοκρατικές της ευαισθησίες με την ανακοίνωση ενός «σαμποτάζ» της ουγγρικής προεδρίας, απαγορεύοντας σε επιτρόπους να πάρουν μέρος σε συμβούλια υπουργών της Ε.Ε. ως ένδειξη δυσαρέσκειας για τις αυτόνομες διπλωματικές πρωτοβουλίες του Μαγυάρου πολιτικού, μια απόφαση που μερίδα του Τύπου έφτασε να χαρακτηρίσει «παιδιάστικη» και άχρηστη. Το μόνο που καταφέρνει είναι να δώσει πόντους στον Όρμπαν εσωτερικά αλλά και να αποδώσει στις «ειρηνευτικές του πρωτοβουλίες» σε Κίεβο, Μόσχα και Πεκίνο μια πολιτική βαρύτητα πολύ δυσανάλογη του έως τώρα απολύτως πενιχρού αποτελέσματός τους.