Live τώρα    
Η πικρή Γαλλία των προαστίων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η πικρή Γαλλία των προαστίων

1336257640.jpg

Σε ένα από τα πιο γνωστά γαλλικά τραγούδια, γραμμένο το 1943, ο Σαρλ Τρενέ υμνεί τη «γλυκιά Γαλλία», την αγαπημένη χώρα της παιδικής του ηλικίας. Ακριβώς εβδομήντα χρόνια μετά, η ομότεχνή του Ιντιλά, κόρη μεταναστών από την Ινδία και την Αλγερία, τραγουδάει για το «γλυκό [της] βάσανο», σε μια εμπνευσμένη παρήχηση που φέρνει σε απρόσμενη αντιστοίχιση το όνομα της χώρας με την υπόμνηση της διαφορετικής μοίρας των ανθρώπων της, ανάλογα με το πώς και πού έτυχε να γεννηθούν. Douce France vs. douce souffrance.

Τι μεσολάβησε και η Γαλλία, που φάνταζε γλυκιά στα μάτια των κατοίκων της ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου, αντιμετωπίζεται τις τελευταίες δεκαετίες γλυκόπικρα, ως τόπος αξιαγάπητος μεν αλλά μαρτυρικός για όσους έτυχε να γεννηθούν ή να διαβιούν στη λάθος μεριά του περιφερειακού; Ο περιφερειακός αυτοκινητόδρομος που συνδέει το Παρίσι αλλά και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα με τα προάστιά τους έχει γίνει το νοητό σύνορο, η λεπτή αλλά ανθεκτική διαχωριστική γραμμή που επισφραγίζει τις πολλαπλές διακρίσεις και διαστρωματώσεις πάνω στις οποίες χτίστηκε η γαλλική κοινωνία μετά την απελευθέρωση. Αυτό που μεσολάβησε ήταν η νέα συνθήκη της μεταπολεμικής περιόδου, ιδίως αυτής που ακολούθησε την αποαποικιοποίηση, που θεμελιώθηκε πάνω σε ένα μοντέλο γρήγορης ανάπτυξης με «καύσιμο» τη μαζική και δυναμική ενσωμάτωση εργατικών χεριών που προέρχονταν αρχικά από τη γαλλική επαρχία και σταδιακά κατεξοχήν από τις πρώην αποικίες και τη μετανάστευση.

Το παράδοξο του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου έγκειται ακριβώς στο ότι έθεσε ως εγγύηση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου της χώρας την ανάδειξη του κοινωνικού κράτους και του κράτους πρόνοιας, χωρίς όμως να απεμπλακεί εντελώς από την ταξική και αποικιοκρατική λογική των προηγούμενων δεκαετιών. Έτσι, παρότι διακήρυττε τη συμπερίληψη όλων των κοινωνικών τάξεων και ομάδων χωρίς διακρίσεις, η κοινωνική πολιτική, έτσι όπως εφαρμόστηκε χρόνο με τον χρόνο, απείχε πολύ από το εμβληματικό επαναστατικό -και πλέον συνταγματικό- τρίπτυχο «ελευθερία - ισότητα - αδελφοσύνη», με αποκορύφωμα τη σημερινή σε βάθος διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής με την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου σχεδίου του Μακρόν.

Χρόνια εγκατάλειψη

Οι κοινωνικές αναταραχές που σημάδεψαν την προηγούμενη και την τρέχουσα θητεία του σημερινού Προέδρου αποτυπώνουν με σαφήνεια την οργή και την αντίσταση των περιθωριοποιημένων και εγκαταλειμμένων από το σύστημα κόσμων, που ζουν, υποφέρουν και εξεγείρονται παράλληλα, χωρίς η αντίδρασή τους να οργανώνεται απαραίτητα σε ένα ενιαίο και πληθυντικό κίνημα. Η χρόνια εγκατάλειψη του πληθυσμού της γαλλικής επαρχίας εκφράστηκε ίσως για πρώτη φορά με τόση ένταση και συνοχή μέσα από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Η κατάργηση των εργασιακών και κοινωνικοασφαλιστικών κεκτημένων που διασφάλιζαν το κατά Μιτεράν δικαίωμα στον ποιοτικό χρόνο ζωής οδήγησαν στις πρωτοφανείς σε μέγεθος και διάρκεια κινητοποιήσεις του φετινού χειμώνα, στις οποίες μετείχε σχεδόν αποκλειστικά ο πληθυσμός των μεγάλων αστικών κέντρων. Οι εξεγερμένοι των τελευταίων ημερών είναι οι κοινωνικοί παρίες των προαστίων, ως επί το πλείστον έφηβοι ή νεαροί, που δεν είναι μετανάστες ή πρόσφυγες αλλά Γάλλοι πολίτες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, με καταγωγή από χώρες του Μαγκρέμπ ή της υποσαχάριας Αφρικής. Η αφορμή είναι ο φόνος του Ναέλ Μ., ανήλικου Γάλλου πολίτη αλγερινής καταγωγής, από αστυνομικό που τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής κατά τη διάρκεια τυπικού οδικού ελέγχου. Οι αιτίες, πολλές...

Πράγματι, δεν είναι η πρώτη φορά που αντίστοιχο περιστατικό πυροδοτεί την οργή των προαστίων. Στις στατιστικές της αστυνομίας καταγράφονται ετησίως δεκάδες θάνατοι από «αστυνομικές αβλεψίες». Το 2005, το άγριο κυνηγητό που κατέληξε στον θάνατο από ηλεκτροπληξία δύο εφήβων, που είχαν καταφύγει σε σταθμό της εταιρίας ηλεκτρισμού για να αποφύγουν τη σύλληψη, είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και είχε οδηγήσει σε μαζική και βίαιη εξέγερση, με την επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης από τον τότε υπουργό Εσωτερικών και μελλοντικό Πρόεδρο Σαρκοζί.

Ο γαλλικός κινηματογράφος έχει αποδώσει με ενάργεια το βίωμα των ανθρώπων αυτών -Γάλλων πολιτών β’ κατηγορίας- αλλά και όλη την γκάμα των αντιδράσεών τους, από την παραίτηση στην απελπισία κι από την οργή στην εκδικητική βία. Το «Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς (1995), οι «Άθλιοι» του Λατζ Λυ (2019) ή η πιο πρόσφατη και σχεδόν προφητική «Αθηνά» του Ρομαίν Γαβρά (2022) αναδεικνύουν μια πραγματικότητα αδυσώπητη, ιδίως για τους νέους, έναν παράλληλο κόσμο όπου η διαρκής περιφρόνηση της κεντρικής εξουσίας τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο βίας και αποκλεισμού. Παροιμιώδης έχει μείνει η αποστροφή του Ζακ Σιράκ για τον «θόρυβο» και τη «μυρωδιά» των μεταναστών στις εργατικές πολυκατοικίες· τέσσερα χρόνια αργότερα, θα χριζόταν Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Αποτέλεσμα βιοπολιτικής

Η γκετοποίηση του πληθυσμού των προαστίων είναι αποτέλεσμα βιοπολιτικής που ασκήθηκε συνειδητά από όλες τις γαλλικές κυβερνήσεις ήδη από τη δεκαετία του '60. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που γεννήθηκαν και ζουν εκεί δεν έχει καμιά επαφή με την πόλη, δεν έχει διασχίσει ποτέ τον περιφερειακό κι ας βρίσκεται σε μόλις μισή ώρα απόσταση από το κέντρο. Σε πολλά από τα προάστια αυτά, η ανεργία φτάνει στο 60%. Η ελλιπής πρόσβαση στην παιδεία και τον πολιτισμό, η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, η έλλειψη διεξόδων, οδηγούν συχνά στην παραβατικότητα. Οι λίγοι που ξεφεύγουν, μέσω των σπουδών, και καταφέρνουν να «πάρουν το ασανσέρ» -να ανελιχθούν δηλαδή κοινωνικά- είναι απλά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Η βία είναι το σύμπτωμα και συχνά η μόνη διέξοδος από έναν φαύλο κύκλο βίας που εφαρμόζεται σε κάθε στάδιο του κοινωνικού βίου. Ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, οι διακρίσεις είναι καθημερινό βίωμα, άμεσο ή έμμεσο - από την απόρριψη στις συνεντεύξεις για εργασία γιατί το όνομα είναι μουσουλμανικό και η διεύθυνση κατοικίας σε κακόφημη συνοικία μέχρι τον έλεγχο στον δρόμο και την προληπτική καταστολή στη βάση του χρώματος ή της εθνοτικής και εθνικής καταγωγής.

Οι βίαιες διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών προβάλλουν ως βασικό αίτημα την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε ένα έγκλημα που έχει προσληφθεί ως ρατσιστικό και ταξικό. Η διαμαρτυρία δεν έχει θρησκευτικό πρόσημο, αλλά αμιγώς αντιρατσιστικό, ανθρωπιστικό και πολιτικό. Ανίκανη να κατευνάσει τη δικαιολογημένη οργή, η κυβέρνηση του Μακρόν λειτουργεί διχαστικά ποντάροντας ακόμα μια φορά στο δόγμα της ατομικής ευθύνης, ιδίως με τη μάλλον αστεία προτροπή στους γονείς να περιορίσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Από την άλλη, η μονομερής και πλημμελής παρουσίαση των γεγονότων και των αιτίων της σύγκρουσης από τα ΜΜΕ τροφοδοτεί τα ρατσιστικά και ακροδεξιά ανακλαστικά σημαντικής μερίδας πολιτών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον έρανο για τον δράστη από οπαδούς του ακροδεξιού Ζεμούρ, που συγκέντρωσε πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ.

Η ρήξη στη γαλλική κοινωνία είναι βαθιά και πολλαπλή και αφορά όχι μόνο στο δίπολο λαός - εξουσία αλλά και στα επιμέρους κοινωνικά «σύμπαντα» που μέχρι πρότινος επικοινωνούσαν και τέμνονταν. Οι παράλληλες κοινωνικές εξεγέρσεις της εποχής Μακρόν αποδεικνύουν ότι η ήδη εύθραυστη κοινωνική ειρήνη και συνοχή της Γαλλικής Δημοκρατίας έχει διαρραγεί, με απρόβλεπτες συνέπειες για το άμεσο μέλλον σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η Δέσποινα Σίνου είναι επίκουρη καθηγήτρια Δημοσίου Δικαίου, αν. κοσμήτορας Σχολής Νομικών, Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0