Η Παγκόσμια Διάσκεψη για τη Βιοποικιλότητα COP15, που ξεκίνησε την περασμένη Τρίτη στο Μόντρεαλ του Καναδά, δεν τυγχάνει της ανάλογης προσοχής με την πρόσφατη Διάσκεψη για το Κλίμα. Ίσως είναι λογικό, επειδή η αύξηση των απειλούμενων ειδών ζωής βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την κλιματική καταστροφή. Αυτή σκοτώνει πιο ευάλωτα είδη, αφού τους αποστερεί το πλαίσιο που είχε φροντίσει να δημιουργήσει η φύση για την επιβίωση και τη διαιώνισή τους.
Γιατί να περιμένει, λοιπόν, κανείς από κυβερνήσεις που έχουν αποτύχει να υλοποιήσουν υποσχέσεις για το κλίμα να εξαπολύσουν τώρα ένα νέο επικοινωνιακό μπαράζ υποσχέσεων για τη βιοποικιλότητα; Ο γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες μίλησε, πάντως, στους ίδιους δραματικούς τόνους, κατηγορώντας την ανθρωπότητα ότι αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον ως «την τουαλέτα της». Αναμένεται συνεπώς να ακουστούν πάλι εξαγγελίες και να προκύψουν φιλόδοξοι στόχοι για την «προστασία της φύσης και της ζωής».
Ενας από αυτούς μιλά για την απόλυτη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος στο 30% της επιφάνειας του πλανήτη μέχρι το 2030. Ακούγεται ωραίο, αλλά ως προσέγγιση έχει κάποια προβλήματα. Δεν είναι μόνο θέμα χρηματοδότησης. Είναι και θέμα ουσίας. Αυτό που επιχειρείται πλέον είναι να προκύψει μια «θετική προς τη φύση οικονομία», να μπουν, δηλαδή, οικονομικά μετρήσιμοι στόχοι κάτω από την ομπρέλα μιας ρομαντικής, συνήθως απολιτίκ φυσιολατρίας. Η άποψη αυτή αποτελεί εμμέσως και μια ομολογία αποτυχίας προηγούμενων πολιτικών. Η νέα προσέγγιση, όπως τόνιζε ένας Γερμανός επιστήμονας, είναι προφανής: «Η φύση πρέπει να έχει ένα τίμημα για να εκτιμηθεί. Τότε οι μηχανισμοί της αγοράς θα ρυθμίσουν τη χρήση της φύσης με μια “θετική” έννοια, αφού θα είναι φθηνότερο να προστατεύσουμε τη φύση παρά να την καταστρέψουμε». Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, δηλαδή. Και τη συνείδησή μας μπορούμε να καθησυχάσουμε και νέους τομείς κερδοφορίας να ανακαλύψουμε.
Με την ιδέα μοιάζουν να συμβιβάζονται και «καταξιωμένες» οικολογικές οργανώσεις, που βλέπουν ότι είναι αδύνατο να τα βάλουν μετωπικά με το σύστημα. Με βάση αυτή την αντίληψη, προωθείται ένα σύστημα αντισταθμιστικών μέτρων. Για μια οικολογική καταστροφή σε μια χώρα προτείνεται ένα θετικό αντίμετρο σε κάποια άλλη. Πέραν της οικονομίστικης λογικής αυτής της προσέγγισης, υπάρχει ακόμα μια λεπτομέρεια που συχνά αγνοεί η αλαζονική Δύση. Όπως έγραφε η γνωστή από τις δράσεις της στη Μεσόγειο για τη διάσωση προσφύγων Γερμανή ακτιβίστρια Καρόλα Ρακέτε, το θέμα δεν είναι απλώς να κάνουμε τις μεγάλες βιομηχανίες λιγότερο βλαβερές ή να τις υποχρεώσουμε σε κάποια αντισταθμιστικά μέτρα. Η απλοποίηση αυτή αδιαφορεί για τις ανάγκες των πρώτων πληττόμενων, των ιθαγενών πληθυσμών, που ενώ αποτελούν μόλις το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, κατοικούν σε περιοχές που φιλοξενούν το 80% της βιοποικιλότητας του πλανήτη. Συχνά η προστασία της φύσης προωθείται με έναν νεοαποικιακό τρόπο, αγνοώντας την ύπαρξή τους. Όπως επισημαίνει η Ρακέτε, «οι Μασάι στην Τανζανία, οι ομάδες Adiwasi στην Ινδία ή οι Baka στο Καμερούν εξακολουθούν να εκδιώκονται από τη γη τους με τη βία για να “προστατευτεί” μια παρθένα περιοχή φρουρούμενη από ένοπλους δασοφύλακες. Κατά συνέπεια, οι αυτόχθονες ομάδες είναι εξαιρετικά δύσπιστες σχετικά με τον στόχο του 30% προστατευόμενων περιοχών, αφού θεωρούν τους υπάρχοντες μηχανισμούς ακατάλληλους».
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν φυσικά καταφύγια άγριας ζωής όπου οι πληθυσμοί αυτοί ζουν σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον τους, αλλά δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένες ως τέτοιες. Προφανώς επειδή δεν έχουν κανένα εμπορευματικό ενδιαφέρον. Και δύσκολα θα ανακαλυφθεί κάποιο τέτοιο στο Μόντρεαλ.