Όταν αποχωρούσε από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, είχε υποσχεθεί ότι θα έμενε στις επάλξεις, μαχητικός και μάχιμος. Τήρησε τον λόγο του. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν έχει πυκνώσει τελευταία τις παρεμβάσεις του ενώ το κόμμα αποδυναμώνεται, μια τάση που αποτυπώθηκε καθαρά στα όχι καλά αποτελέσματα των τελευταίων τοπικών και αυτοδιοικητικών εκλογών σε Αγγλία, Ουαλλία, Σκωτία την προπερασμένη εβδομάδα.
Οι Εργατικοί εξέλεξαν δημάρχους και υπερ-δημάρχους (μεταξύ των συνολικά οκτώ “υπερδημαρχιών” - μητροπολιτικών κομητειών στην Αγγλία που καλύπτουν τα μεγάλα αστικά κέντρα), ανάμεσά τους στον δήμο και τη μητροπολιτική κομητεία του Λίβερπουλ, τη μητροπολιτική κομητεία του Δυτικού Γιορκσάιρ (που περιλαμβάνει τις μεγάλες πόλεις του Λιντς και του Μπράντφορντ) -την οποία κέρδισε με συντριπτική πλειοψηφία έναντι του Συντηρητικού αντιπάλου της η Τρέισι Μπρέιμπιν-, τις μητροπολιτικές κομητείες του ευρύτερου Μάντσεστερ, της Δυτικής Αγγλίας και του Κέιμπριτζ και Πίτερμπορο.
Παράλληλα ο Δήμος του Λονδίνου παραμένει στο στρατόπεδο των Εργατικών με την καθαρή επανεκλογή με ποσοστό άνω του 55% του απερχόμενου Σαντίκ Καν. Οι Εργατικοί διατηρούν 11 έδρες σε σύνολο 25 στο δημοτικό συμβούλιο, μία λιγότερη απ’ όσες είχαν απ’ τις εκλογές του 2016. Απογοητευτικό στοιχείο η πολύ χαμηλή συμμετοχή, που έφτασε μόλις στο 42%.
Ωστόσο οι επιτυχίες αυτές δεν μπορούν να ισοφαρίσουν αφενός την ευρύτερη κυριαρχία των Συντηρητικών σε μια εκλογική αναμέτρηση που είναι η σημαντικότερη μετά τις εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές, αφετέρου την απώλεια της ιστορικής έδρας του Χάρτλπουλ στην κομητεία του Ντέραμ, στη βορειοανατολική Αγγλία, όπου διεξάγονταν επαναληπτικές εκλογές αφού ο μέχρι πρότινος βουλευτής της έδρας Μάικ Χιλ παραιτήθηκε στις αρχές του χρόνου αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση.
Από τη θέσπισή της το 1974 η έδρα αυτή παρέμενε στους Εργατικούς μέχρι και τις εκλογές της 6ης Μαΐου, οπότε πέρασε στα χέρια των Συντηρητικών με την εκλογή της Τζιλ Μόρτιμερ με ποσοστό 51,9%, σχεδόν 16 μονάδες πάνω απ’ τον Εργατικό αντίπαλό της Πολ Ουίλιαμς.
Η έδρα του Χάρτλπουλ είναι μέρος του αποκαλούμενου «κόκκινου τείχους» του αγγλικού Βορρά, των εκλογικών περιφερειών που αποτελούν το ιστορικό προπύργιο του Εργατικού Κόμματος, το οποίο τελευταία “διαβρώνεται” ανησυχητικά από την αυξανόμενη επιρροή της εθνολαϊκιστικής ρητορικής του Μπόρις Τζόνσον.
Φυσικά και σ’ αυτή την αναμέτρηση η συμμετοχή ήταν τρομακτικά χαμηλή, 42,7%, γεγονός που αν μη τι άλλο αντανακλά απογοήτευση και παραίτηση για ένα μεγάλο μέρος των προοδευτικών ψηφοφόρων προς όφελος των Συντηρητικών.
Η χλιαρή αντιπολίτευση του Κιρ Στάρμερ, που διαδέχθηκε πέρυσι τον Κόρμπιν, και η κεντροαριστερή στροφή του με την πεποίθηση -ή την ελπίδα- ότι μπορεί να ξαναφέρει στην εξουσία τους Εργατικούς έχουν αποξενώσει, απογοητεύσει, απομακρύνει πολλούς ψηφοφόρους του κόμματος.
Την επομένη των εκλογών ο Κόρμπιν έγραψε στον λογαριασμό του στο Facebook:
“Οι σημερινές εκλογικές επιτυχίες των Τόρηδων είναι άσχημα νέα για όλους όσοι αγωνίζονται για καλύτερες δουλειές, ένα πιο πράσινο περιβάλλον και κοινωφελείς υπηρεσίες που θα λειτουργούν για τους πολλούς, όχι για τους λίγους. Με εκατομμύρια ψηφοφόρους να απέχουν και με την προσφορά για αλλαγή να είναι μικρή, αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν μια ανησυχητική απώλεια ελπίδας. Στη θέση της απελπισίας πρέπει να προσφέρουμε ισχυρό όραμα και συμπαγές σχέδιο για να αλλάξουμε τις ζωές των ανθρώπων, για να τους εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη να αγωνιστούν για έναν πιο ισότιμο κόσμο”.
Λίγες ημέρες αργότερα, με άρθρο - παρέμβαση μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες του Independent, ο Κόρμπιν έγινε πιο “αναλυτικός” απευθυνόμενος στην ηγεσία του κόμματος:
“Τώρα που κάθεται η σκόνη είναι η ώρα να πάρουμε το μάθημά μας απ’ αυτή την καταστροφή, να αναπτύξουμε ένα όραμα που μπορεί να επιδιορθώσει αυτό το χρεοκοπημένο σύστημα και να προετοιμαστούμε για τις άλλες μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, από την κλιματική αλλαγή έως το μέλλον της εργασίας. Έχει αποδειχθεί ότι οι άνθρωποι ψηφίζουν όταν κάτι τους εμπνέει. Ακόμη κι αν υπάρχει πανδημία, τα εκατομμύρια που δεν πήγαν να ψηφίσουν μαρτυρούν απώλεια ελπίδας.
Είναι οι νέες ιδέες κάθε πτυχής του κινήματός μας, όχι τα αναμασήματα και τα καλλωπιστικά φτιασιδώματα, που θα φέρουν πίσω την ελπίδα. Αξίζουμε και έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη από μισθούς που θα μπορούν να ζήσουν τους ανθρώπους, από ασφαλή και εξασφαλισμένη στέγη, από συγκοινωνίες, ευρυζωνικά δίκτυα, προσιτή ενέργεια, χρηματοδοτούμενη Υγεία και Παιδεία σε μια οικονομία που θα βάζει το μέλλον του πλανήτη πάνω από τα κέρδη. Και τις ανάγκες των πολλών πάνω απ’ την απληστία των λίγων”.
Γάζα, η ανοιχτή πληγή
Πώς θα ήταν το δράμα της Γάζας δίχως τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές του, τη Χαμάς και τον Νετανιάχου; Η πρώτη επιμένει στην κλιμάκωση, ο δεύτερος τρέφεται πολιτικά από αυτή. Το τηλεοπτικό διάγγελμα του Ισμαήλ Χανίγια, του αρχηγού της μαχητικής οργάνωσης, είχε πανηγυρικό τόνο καθώς “εξηγούσε” το πώς ο ισραηλινός αστυνομικός κλοιός γύρω από το τέμενος Αλ Άκσα και το ξεσπίτωμα Παλαιστινίων από την αραβική ανατολική Ιερουσαλήμ μετατράπηκαν σ’ ένα ευρύτερο, πιεστικό πρόβλημα για το εβραϊκό κράτος.
«Κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε μια εξίσωση που συνδέει τα μέτωπα της Ιερουσαλήμ και της Γάζας. Είναι αχώριστα, η Ιερουσαλήμ και η Γάζα είναι ένα" είπε ο Παλαιστίνιος ηγέτης.
Για τη Χαμάς -την οποία ο Νετανιάχου ισχυρίζεται ότι συνέτριψε στον πόλεμο του 2014- η τελευταία σύγκρουση της επιτρέπει να διεκδικήσει εκ νέου την ηγεσία της παλαιστινιακής αντίστασης και να αυτοπροβάλλεται ως η προστάτιδα δύναμη των ιερών τόπων του Ισλάμ στην ανατολική Ιερουσαλήμ.
Στον Νετανιάχου η σύγκρουση και οι διαιρέσεις που καλλιεργεί μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης, καθώς διαπραγματεύονται τον σχηματισμό ενός κυβερνητικού συνασπισμού για να τον ανατρέψουν, προσφέρει τη “μισή ευκαιρία” να παραμείνει πρωθυπουργός λίγες μέρες αφότου είχε φανεί πως φεύγει οριστικά.
“Βλέπουμε να επαναλαμβάνεται η ιστορία κάθε προηγούμενου πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς. Και οι δύο κυβερνήσεις βγαίνουν ‘νικήτριες’, αλλά ο λαός της Γάζας είναι ο πραγματικός ηττημένος” λέει χαρακτηριστικά στους New York Times ο Γκασάν Χατίμπ, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Birzeit, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι, αν εκλείψουν οι δύο παράγοντες που ποντάρουν στη σύγκρουση προσπαθώντας να επιβιώσουν πολιτικά, η πολύπαθη Γάζα θα ηρεμούσε. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη αφέλεια. Το πρόβλημα παραμένει, κι όσο παραμένει θα δημιουργούνται σπίθες σύγκρουσης.
Ο ανταποκριτής του BBC στη Μέση Ανατολή Τζέρεμι Όουεν γράφει χαρακτηριστικά:
“Ο τελευταίος γύρος της βίας μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων οφείλεται στο ότι η μακρά και ανεπίλυτη σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές αφέθηκε για άλλη μια φορά να φουντώσει. Πρόκειται για μια ανοιχτή πληγή στην καρδιά της Μέσης Ανατολής. Επειδή η σύγκρουση δεν βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τα τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει ότι έχει τελειώσει. Η κατάσταση δεν έχει αλλάξει, όπως δεν έχουν αλλάξει το μίσος και η πικρία που έχουν γεννήσει οι ταραχές και οι σκοτωμοί, όχι χρόνων, αλλά γενεών”.