Στο στόχαστρο διωκτικών και ρυθμιστικών αρχών μπαίνουν η μία μετά την άλλη οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες καθώς το "dieselgate" της Volkswagen φαίνεται πως ήταν μόνον μια πτυχή ενός ευρύτερου σκανδάλου. Οι αποκαλύψεις, οι διώξεις και τα πρόστιμα οδηγούν σε ένα, εκ των πραγμάτων, ξαναμοίρασμα της "πίτας" για έναν στρατηγικό κλάδο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας όπως είναι η αυτοκινητοβιομηχανία.
Ήδη για τα μεγαλοστελέχη της VW, ένα εκ των οποίων έπεσε στη φάκα του FBI την περασμένη εβδομάδα καθώς επέστρεφε στη Γερμανία από τις διακοπές του στην Κούβα μέσω Μαϊάμι, έχει εκδοθεί... "ταξιδιωτική οδηγία". Έχουν προειδοποιηθεί να μην ταξιδεύουν στις ΗΠΑ γιατί κινδυνεύουν να συλληφθούν.
Η παραπομπή στην αμερικανική Δικαιοσύνη έξι εν ενεργεία και πρώην διευθυντικών στελεχών της VW για τον ρόλο τους στο σκάνδαλο παραπλάνησης των ελέγχων καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων οχημάτων της εταιρείας έχει δημιουργήσει κλίμα φόβου και ψυχολογικής πίεσης που φαίνεται να επιδρά θετικά στην ικανοποίηση των αξιώσεων των Αμερικανών.
Στο πλαίσιο του εξωδικαστικού διακανονισμού υπόθεσης με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, η εταιρεία συμφώνησε την Τετάρτη να καταβάλει πρόστιμο ύψους 4,3 δισ. δολαρίων, το μεγαλύτερο που έχει επιβληθεί ποτέ στις ΗΠΑ σε αυτοκινητοβιομηχανία. Ωστόσο η γενική εισαγγελέας Λορέτα Λιντς δήλωσε ότι το υπουργείο θα συνεχίσει να διώκει «τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την ενορχήστρωση αυτής της καταστροφικής συνωμοσίας».
Ο Όλιβερ Σμιντ, πρώην ανώτερο στέλεχος της VW στις ΗΠΑ που συνελήφθη το περασμένο Σάββατο, προφυλακίστηκε κατηγορούμενος για "συνωμοσία για διάπραξη απάτης εις βάρος των ΗΠΑ" χωρίς καν το δικαίωμα καταβολής εγγύησης!
Βάσει του γερμανικού συντάγματος, Γερμανοί πολίτες μπορούν να εκδοθούν μόνο σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ένα διεθνές δικαστήριο, όμως η έξοδος από τη Γερμανία δημιουργεί τον κίνδυνο έκδοσης στις ΗΠΑ από μια τρίτη χώρα.
Έτσι οι νομικοί σύμβουλοι της Volkswagen συστήνουν σε αρκετά στελέχη της εταιρείας να να μην ταξιδεύουν στις ΗΠΑ. Αυτό βέβαια μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές διαχειριστικές δυσκολίες για μια πολυεθνική επιχείρηση που απασχολεί πάνω από 600.000 άτομα σ' όλο τον κόσμο και διαθέτει το 88% των οχημάτων της εκτός των γερμανικών συνόρων.
Την ίδια ώρα η βρετανική κυβέρνηση ζητάει "επειγόντως" πληροφορίες από την αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA), η οποία κατηγόρησε τη Fiat Chrysler για παράνομη χρήση κρυφού λογισμικού ώστε να μην ανιχνεύονται οι υπερβολικές εκπομπές αερίων των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων της. Ο διευθύνων σύμβουλος της Fiat Σέρτζιο Μαρκιόνε απέρριψε οργισμένος τις κατηγορίες αυτές δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει καμία παρανομία και ότι η εταιρεία του δεν επιχείρησε ποτέ να δημιουργήσει λογισμικό για να παραπλανήσει τους ελέγχους.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο εισαγγελέας του Παρισιού ξεκίνησε χθες δικαστική έρευνα για πιθανές παρατυπίες όσον αφορά τις εκπομπές ρύπων εις βάρος της Renault, η μετοχή της οποίας μάλιστα σημείωσε σημαντική πτώση.