Live τώρα    
FINANCIAL TIMES / Finansial Times: Απομονωμένη η Τουρκία από τους επενδυτές
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

FINANCIAL TIMES / Finansial Times: Απομονωμένη η Τουρκία από τους επενδυτές

Από την “Πεντάδα των Εύθραυστων” (Βραζιλία, Ν. Αφρική, Ινδονησία, Ινδία, Τουρκία) μόνο η Άγκυρα δεν μπορεί να ανακτήσει την ισορροπία της

Των Elaine Moore, Mehul Srivastava και Roger Blitz

Μετά από τις πλέον ταραγμένες χρονιές στη σύγχρονη Ιστορία της, η Τουρκία δυσκολεύεται να πείσει τους επενδυτές να δουν πέρα από τις οικονομικές αδυναμίες της και από το πολιτικό ρίσκο.

Επενδυτικοί οίκοι που είναι πρόθυμοι να ποντάρουν σε χώρες όπως η Νότια Αφρική (όπου ένα σκάνδαλο διαφθοράς πλήττει το κυβερνών κόμμα του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου) και στη Βραζιλία (όπου ο πρόεδρος Μισέλ Τεμέρ δίνει μάχη για να σώσει την κυβέρνησή του από έρευνες κατά της διαφθοράς), υποστηρίζουν ότι οι αντίθετοι άνεμοι που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι ισχυρότεροι από οποιασδήποτε άλλης αναπτυσσόμενης χώρας.

Με τους επενδυτές να φοβούνται να δεσμεύσουν κεφάλαια, η τάση επιστροφής στις αναδυόμενες αγορές, η οποία στήριξε τα ομόλογα, τις μετοχές και τα νομίσματα στις τέσσερεις χώρες από τη λεγόμενη «Πεντάδα των Εύθραυστων» - Βραζιλίας, Νότιας Αφρικής Ινδονησίας και Ινδίας- προσπερνά την Τουρκία.

«Αναμφίβολα βλέπουμε μεγαλύτερη αξία σε άλλες χώρες με αναδυόμενες οικονομίες», λέει ο Αμπάς Αμελί - Ρενανί, υπεύθυνος στρατηγικής για τις αναδυόμενες αγορές στη γαλλική εταιρεία διαχείρισης Amundi. «Σε αυτές περιλαμβάνονται η Βραζιλία, η Ρωσία και η Ινδονησία... Εκτιμούμε ότι σε όλες αυτές τις χώρες οι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι έχουν κάνει μια αποφασιστική στροφή σε μια θετική κατεύθυνση. Δεν ισχύει το ίδιο για την Τουρκία».

Η "Πεντάδα των Εύθραυστων" είχε αναγνωριστεί πριν από πέντε χρόνια ως οι χώρες που είναι πιο ευάλωτες σε μια αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων και σε ένα ισχυρό δολάριο, εξαιτίας των μεγάλων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αν και οι υπόλοιπες έχουν ανακτήσει την ισορροπία τους και έχουν κάνει προσαρμογές στο ισοζύγιο, η Τουρκία έχει μείνει πίσω. Οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές λένε ότι το κλίμα φαίνεται δυσοίωνο.

Η Τουρκία παραμένει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις τόσο από τους Κούρδους όσο και από τους μαχητές του ISIS -μεταξύ των οποίων η ένοπλη επίθεση σε νυχτερινό κέντρο στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά- και μια απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματός του, AKP. O πόλεμος σε γειτονικές χώρες έχει βλάψει τις εμπορικές σχέσεις και προκάλεσε την έλευση περισσότερων από 3 εκατομμύρια προσφύγων.

Σε αυτό το πλαίσιο η τουρκική λίρα υποχώρησε 17% έναντι του δολαρίου το 2016, καταγράφοντας τη δεύτερη χειρότερη επίδοση από τα νομίσματα των αναδυόμενων χωρών μετά από την Αργεντινή. Τα τουρκικά ομόλογα που αποτιμώνται σε δολάρια είχαν την τρίτη χειρότερη επίδοση μετά από εκείνα της Μπελίζ και της Μοζαμβίκης, δύο χωρών που βρίσκονται σε τόσο δεινή θέση ώστε αναγκάστηκαν να ζητήσουν αναδιάρθρωση χρέους.

Η τουρκική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κατάσταση είναι προσωρινή. Μεταρρυθμίσεις που σχεδιάστηκαν για να ενισχύσουν την οικονομία θα στηρίξουν τη λίρα και θα μειώσουν τον αρνητικό αντίκτυπο των γεωπολιτικών εξελίξεων, ενώ ο μεγάλος νεανικός πληθυσμός καθιστά πιθανή τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Σε συνέντευξή του στους “Financial Times”, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μεχμέτ Σιμσέκ δήλωσε ότι κατανοεί τις ανησυχίες για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, αλλά τόνισε ότι οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας είναι «εξαιρετικά θετικές».«Η Τουρκία τα πήγε πραγματικά καλά μετά την κρίση του 2001 και η επιτυχία αυτή δεν ήταν τυχαία. Βασίστηκε κυρίως σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στη συνέπεια και σε λογικές πολιτικές», είπε. Το δημογραφικό πλεονέκτημα «παραμένει».

Το μέγεθος της Τουρκίας, η θέση της ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία και η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ διασφαλίζουν τη γεωπολιτική σημασία της χώρας. Αλλά οι εξελίξεις δεν την ευνοούν. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ έχει ενισχύσει το δολάριο, αυξάνοντας το κόστος των δανείων που έχει πάρει η Τουρκία σε δολάρια. Μια συμφωνία μεταξύ των χωρών - μελών του ΟΠΕΚ για μείωση της παραγωγής έχει αυξήσει την τιμή του εισαγόμενου πετρελαίου, σπρώχνοντας προς τα πάνω τον πληθωρισμό τον Δεκέμβριο στο 8,5%.

Υπάρχει η αίσθηση ότι τα χειρότερα δεν έχουν έλθει ακόμα, λέει ο Βίκτορ Σβάμπο της Aberdeen Asset Mnagement. «Οι κίνδυνοι στην Τουρκία παραμένουν υψηλοί μέσα στο 2017... Τα στοιχεία ενεργητικού της Τουρκίας αμαυρώνονται από την πολιτική».

Παρά τις χαμηλές τιμές, οι ξένοι επενδυτές βλέπουν λίγες ευκαιρίες. Καθώς η οικονομία μένει πίσω, οι τουρκικές μετοχές έχουν χειρότερη επίδοση σε σχέση με άλλες αναδυόμενες αγορές και αναλυτές της Deutsche Bank λένε ότι δεν βλέπουν λόγο για αγορές. Εκτός από ορισμένες μεμονωμένες μετοχές όπως η Akbank, η TAV Airports και η Turkcell, που πιστεύουν ότι μπορούν να διατηρήσουν την αξία τους παρά την αποδυνάμωση του νομίσματος, αναλυτές μεταξύ των οποίων και ο Καζίμ Αντάτς έχουν αρνητική στάση για τις μετοχές. «Οι αποτιμήσεις φαίνονται χαμηλές σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο μετά από μια παρατεταμένη υποαπόδοση. Ωστόσο, δεν θεωρούμε ότι αυτό είναι αρκετό».

Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση επέλεξε να μην εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσει το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών και τις υποχρεώσεις των εταιρειών που δανείζονται σε δολάρια και εισπράττουν σε λίρες, λέει ο Σέρτζιο Τρίγκο Πας, επικεφαλής διαχείρισης χαρτοφυλακίων αναδυόμενων αγορών της BlackRock. H πτώση στις τιμές του πετρελαίου που συνέθλιψε τις χώρες που εξάγουν εμπορεύματα και τις ανάγκασε να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις βοήθησε την Τουρκία, όπως την βοήθησαν και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά η ανακούφιση μασκάρεψε τα προβλήματα. «Ξέχασαν να κάνουν αυτά που έπρεπε. Οι άλλοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν τις οικονομίες τους και να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Η Τουρκία δεν το έκανε».

Εάν η οικονομία σταθεροποιηθεί και σταματήσει η πτώση του νομίσματος, οι επενδυτές λένε ότι η Τουρκία πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια. Αλλά η κεντρική τράπεζα είναι παγιδευμένη μεταξύ των επενδυτών που ζητούν αύξηση επιτοκίου για να σταματήσει η κατρακύλα της λίρας και ενός προέδρου (Στμ. του Ταγίπ Ερντογάν) που απαιτεί χαμηλότερο κόστος δανεισμού για τη στήριξη της ανάπτυξης. Εν τω μεταξύ, τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας, τα οποία χρησιμοποιούνται για την υπεράσπιση της λίρας, έπεσαν σε χαμηλό τετραετίας τον Δεκέμβριο.

«Αυτό το περιβάλλον είναι τοξικό για τη λίρα», προειδοποιεί o Τάτα Γκος, οικονομολόγος της Commerzbank για τις αναδυόμενες αγορές. «Πιθανώς θα πέσει κι άλλο».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0