Του Μιχάλη Τρίκκα
Η συμφωνία της προηγούμενης εβδομάδας μπορεί να κλείνει προσωρινά ένα από τα πολλά ανοιχτά μέτωπα για την Ε.Ε., ωστόσο στην ίδια τη Βρετανία η προκήρυξη του δημοψηφίσματος σηματοδοτεί την έναρξη μιας σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης που θα απειλήσει σοβαρά τη συνοχή του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος.
Στις 23 Ιουνίου οι Βρετανοί ψηφοφόροι θα κληθούν να απαντήσουν στο ερώτημα που εδώ και τόσους μήνες πλανάται πάνω από την Ευρώπη: "Πρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή να την εγκαταλείψει;".
Την καμπάνια υπέρ της παραμονής άνοιξε την επομένη κιόλας της επιστροφής του από τις Βρυξέλλες ο Ντέιβιντ Κάμερον. Αφού ανακοίνωσε την ημερομηνία του δημοψηφίσματος, ο Βρετανός πρωθυπουργός έπλεξε το εγκώμιο της συμφωνίας προβάλλοντας ως μεγάλη επιτυχία τις μάλλον ανώδυνες για την ευρωπαϊκή ηγεσία παραχωρήσεις που απέσπασε κατά την πρόσφατη σύνοδο κορυφής.
Εκείνο που πέτυχε ήταν ο περιορισμός για 11 χρόνια των επιδομάτων για μετανάστες από άλλα κράτη - μέλη, την εξαίρεση της χώρας του από την δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ακόμη "στενότερη ενοποίηση" και -το πάγιο αίτημα του Σίτι- το δικαίωμα της Βρετανίας να εφαρμόζει κατά βούληση ευρωπαϊκούς κανόνες που αφορούν τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Το λάβαρο της "επανάστασης" σήκωσε πρώτος ο δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, ένα από τα πιο προβεβλημένα στελέχη των Συντηρητικών. Χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία του Κάμερον ως "ανεπαρκή", ο δημοφιλής συντηρητικός ξεκίνησε την καμπάνια υπέρ της αποχώρησης.
Μαζί του φαίνεται να συμπαρατάσσονται έξι υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Παιδείας Μάικλ Γκάουβ και ο υπουργός Εργασίας Ίαν Ντάνκαν Σμιθ. Και είναι μια κάθετη διχοτόμηση: σχεδόν οι μισοί βουλευτές του κόμματος υποστηρίζουν το ίδιο, καθώς και το 48% των ψηφοφόρων, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις.
Σημαντικό ρόλο στην καμπάνια του "Όχι" θα παίξει, αναμφίβολα, και το αντιμεταναστευτικό UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ, που θεωρεί την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ως δικαίωση αλλά και ως ευκαιρία να επεκτείνει ακόμη περισσότερο την επιρροή του, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση το παιχνίδι παίζεται εξ ολοκλήρου στο δικό του γήπεδο.
Δεν λείπουν και οι αναπάντεχοι σύμμαχοι. Ο Τζορτζ Γκάλογουεϊ, πρώην βουλευτής των Εργατικών, ιδρυτής του κόμματος Respect και γνωστός για την αντίθεσή του στην εισβολή του 2003 στο Ιράκ, έχασε και τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας ανεβαίνοντας την προηγούμενη εβδομάδα στο ίδιο βήμα με τον Φάρατζ.
"Δεν είμαστε φίλοι, είμαστε σύμμαχοι όπως ο Τσόρτσιλ και ο Στάλιν" εξήγησε ο ακροδεξιός ηγέτης σημειώνοντας πως στη ζωή υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την "παραδοσιακή διαίρεση Δεξιάς και Αριστεράς". Και ο Γκάλογουεϊ ανταποκρίθηκε κλείνοντας την ομιλία του με στρατιωτικά παραγγέλματα: "Αριστερό, δεξί, αριστερό, δέξι. Ας πορευτούμε προς τη νίκη την 23η Ιουνίου".
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο νέος ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν -που ακόμη αντιμετωπίζεται με απροκάλυπτη εχθρότητα από τον μπλερικό μηχανισμό- θα κατορθώσει να επαναφέρει τη "διαίρεση" που οι άλλοι προσπαθούν να εξαφανίσουν. Αν θα πετύχει τελικά να δώσει αριστερό περιεχόμενο στην καμπάνια του κόμματός του υπέρ της παραμονής.
"Οι διαπραγματεύσεις του Κάμερον ήταν μια χαμένη ευκαιρία για να υποστηριχθούν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η Ε.Ε. : τη μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση, την ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, το τέλος της λιτότητας και τον τερματισμό των υποχρεωτικών ιδιωτικοποιήσεων των δημόσιων υπηρεσιών" έγραψε στην "Guardian" δίνοντας μια πρώτη γεύση της δικής του καμπάνιας για μια "κοινωνική Ευρώπη".
Ένα αισιόδοξο σημάδι αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, η σύγχυση που πλέον διακατέχει τον Τόνι Μπλερ. Σε συνέντευξή του στους "Financial Times", o πρώην ηγέτης των Εργατικών και κατεξοχήν υπεύθυνος για τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή τους παραδέχτηκε ότι "δεν μπορεί να κατανοήσει" τη δημοτικότητα πολιτικών όπως ο Κόρμπιν και ο Μπέρνι Σάντερς στις ΗΠΑ. Αναζητώντας μια εξήγηση επικαλέστηκε την έκρηξη των κοινωνικών δικτύων στο Ίντερνετ, τα δεινά που υφίσταται η μεσαία τάξη εξαιτίας της κρίσης, αλλά και "την απώλεια της πίστης σε μια ισχυρή κεντρώα θέση". Ίσως επομένως η εποχή του να έχει περάσει ανεπιστρεπτί.