Live τώρα    
Με μισθό 200 εκατ. δολάρια! / Ο υπάλληλος της χρονιάς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Με μισθό 200 εκατ. δολάρια! / Ο υπάλληλος της χρονιάς

Του Μιχάλη Τρίκκα

Ακόμη και οι χρυσοπληρωμένοι άσοι του διεθνούς ποδοσφαίρου θα ζήλευαν διαβάζοντας ότι ο διευθύνων σύμβουλος της Google έλαβε πέρσι μπόνους 200 εκατομμυρίων δολαρίων έπειτα από τέσσερις μόλις μήνες στο τιμόνι της εταιρείας. Έγινε με αυτόν τον τρόπο ο υψηλότερα αμειβόμενος υπάλληλος του 2015 στις ΗΠΑ.

Ο 43χρονος Σαντάρ Πιντσάι αμείφθηκε με 273.328 μετοχές της μητρικής εταιρείας Alphabet, που με τις σημερινές χρηματιστηριακές τιμές ισοδυναμεί με 199 εκατομμύρια δολάρια. Μετά το μπόνους, οι συνολικές μετοχές του Πιντσάι ξεπερνούν πια σε αξία τα 650 εκατομμύρια δολάρια.

Διαβάζοντας κανείς τη λίστα του περιοδικού Forbes για την περσινή χρονιά θα διαπιστώσει πως όλο και περισσότεροι διευθύνοντες σύμβουλοι επιχειρήσεων (CEO) κατακτούν μια θέση σε αυτήν. Πίσω από τον Πιντσάι ακολουθούν ο Τζον Χάμεργκεν της φαρμακευτικής McKesson με ετήσια αμοιβή 131 εκατομμυρίων δολαρίων και ο Μάικλ Φασιτέλι της εταιρείας ακινήτων Vornado Realty με 66,7 εκατομμύρια δολάρια.

Κανείς τους δεν είναι ιδιοκτήτης. Το κλασικό καπιταλιστικό επιχείρημα περί "ανταμοιβής κάποιου επενδυτικού ρίσκου" δεν ισχύει στην περίπτωσή τους, καθώς πρόκειται για υπαλλήλους που δεν διακινδυνεύουν καν τα δικά τους χρήματα. Μεγαλομέτοχοι των εταιρειών είναι οι συνήθεις θεσμικοί επενδυτές, δηλαδή τράπεζες και κερδοσκοπικά funds που με την ίδια ευκολία διαχειρίζονται τα λεφτά των άλλων: τα εκατομμύρια των εργαζομένων που ελπίζουν να αυξήσουν το εισόδημά τους ή, στην περίπτωση των ΗΠΑ, να εξασφαλίσουν τη σύνταξή τους.

Τα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων εταιρειών αποτελούν πλέον ένα μεγάλο μέρος του περιβόητου 1% της οικονομικής ελίτ που ανέδειξε πριν από μερικά χρόνια το κίνημα Occupy και επαναφέρει σήμερα στην προεκλογική του καμπάνια ο διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος των Δημοκρατικών Μπέρνι Σάντερς.

Για τα στελέχη της Γουόλ Στριτ δεν υπήρξε ποτέ κρίση. Σύμφωνα με έρευνα του αμερικανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής, οι CEO των 350 μεγαλύτερων αμερικανικών επιχειρήσεων έλαβαν πέρσι κατά μέσον όρο ετήσια μπόνους ύψους 16,3 εκατομμυρίων δολαρίων. Ήταν ένα ποσό αυξημένο κατά 3,9% σε σχέση με το 2013 και μια εκτίναξη 54,3% από το ζενίθ της οικονομικής κρίσης το 2009. Και οι εργαζόμενοι των ίδιων εταιρειών; Πέρσι έβγαζαν κατά μέσον όρο 53.200 δολάρια ενώ στο απόγειο της κρίσης αμείβονταν με... 53.200 δολάρια. Το 54% απέναντι στο απόλυτο μηδέν, δηλαδή, επειδή η κρίση απαιτεί θυσίες από όλους.

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συμβαδίζουν με την προσπάθεια ειδωλοποίησης των μάνατζερ, όπως αποδεικνύει και η φετινή κινηματογραφική αγιογραφία για τον "οραματιστή" της Apple Στιβ Τζομπς που οδηγεί την κούρσα των Όσκαρ. Στο πεδίο της πολιτικής, βασικός εκφραστής του μοντέλου είναι ο άνθρωπος που διεκδικεί με αξιώσεις το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Γιατί, πέρα από την ακροδεξιά δημαγωγία και τη γελοία κόμμωση, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι τίποτε άλλο από τον μπίζνεσμαν που κατεβαίνει στον στίβο της πολιτικής για να επιβάλει τους νόμους της αγοράς και να δώσει λύσεις βγαλμένες από το επιχειρηματικό know how.

Το πόσο επιτυχημένο και ωφέλιμο για την κοινωνία είναι το εν λόγω μοντέλο είναι άλλη κουβέντα. Ενδεικτική εδώ είναι η περίπτωση του μολυσμένου με μόλυβδο νερού της πόλης Φλιντ, το οποίο κατανάλωναν για χρόνια οι, μαύροι στην πλειονότητα, κάτοικοί της. Ακόμη και μέσα ενημέρωσης όπως το CNN μιλούν σήμερα για κραυγαλέα περίπτωση "οικολογικού ρατσισμού" παραγνωρίζοντας, όμως, μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση του θέματος.

Ο Ρικ Σνάιντερ ήταν και αυτός ένας βαθύπλουτος επιχειρηματίας τύπου Τραμπ που το 2010 εξελέγη κυβερνήτης της πολιτείας με την υπόσχεση να κόψει τον γόρδιο δεσμό της γραφειοκρατίας των πολιτικών με επιχειρηματικές λύσεις. Και το έκανε. Τον επόμενο χρόνο ενέκρινε διάταγμα που επέτρεπε τον διορισμό μη εκλεγμένων μάνατζερ σε κρίσιμα πόστα. Δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία στους τομείς που ανέλαβαν, λάμβαναν παχυλές αμοιβές και όλοι τους διορίστηκαν σε φτωχές κοινότητες μαύρων. Για να τις κάνουν πιο φτωχές.

Κάπως έτσι ο αρμόδιος μάνατζερ για την ύδρευση του Φλιντ αποφάσισε να παρακάμψει την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και να αποφασίσει -με καθαρά οικονομικά κριτήρια- την αλλαγή του δικτύου υδροδότησης από το δίκτυο του Ντιτρότ στο τοπικό, μολυσμένο ποτάμι. Η τεχνοκρατική προσέγγιση πότισε έτσι με μολύβι εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής με ανυπολόγιστες συνέπειες για την υγεία τους. Και αντί να εξοικονομήσει 15 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, το όλο εγχείρημα ενδέχεται να στοιχίσει τώρα στις τοπικές αρχές περισσότερο από 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0