Μια ακόμη έκτακτη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκλήθηκε χθες στις Βρυξέλλες, με μια δύσκολη ατζέντα τόσο για τα εσωτερικά ευρωπαϊκά ζητήματα όσο και για την εξωτερική πολιτική. Δύο ήταν οι καυτές πατάτες στο τραπέζι των «28»: Το τι δέον γενέσθαι με την ουκρανική κρίση και το ποιοι θα στελεχώσουν τρεις κορυφαίες θέσεις στον κοινοτικό μηχανισμό, ποιοι θα διαδεχτούν τη Βρετανίδα βαρόνη Άστον στο «υπουργείο Εξωτερικών» της Ε.Ε., τον Βέλγο Χέρμαν βαν Ρομπέι στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και ενδεχομένως τον Ολλανδό Γερούν Ντάισελμπλουμ στην προεδρία του Eurogroup.
Στο πρώτο θέμα, οι ηγέτες της Ε.Ε. συμφώνησαν να σκληρύνουν τη στάση τους έναντι της Μόσχας, την οποία εμμέσως κατηγορούν ότι υπονομεύει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, ζητώντας από την Κομισιόν να μελετήσει το ενδεχόμενο παγώματος της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κάποιων κοινών έργων με τη Ρωσία.
Το δεύτερο θέμα ήταν ακόμη πιο δύσκολο και μέχρι την τελευταία στιγμή ο βαν Ρομπέι δεν είχε καταφέρει να βρει κοινά αποδεκτούς υποψηφίους, γι' αυτό και ανέβαλε την έναρξη της συνόδου για δυο ώρες αργότερα, ώστε να έχει χρόνο για τις διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής.
Σύμφωνα με την κυρίαρχη εντύπωση, προτού κλειστούν στην αίθουσα οι «28», φαβορί για τη θέση της Άστον ήταν η Ιταλίδα υπουργός Εξωτερικών Φεντερίκα Μογκερίνι -την οποία δεν ήθελαν οι ανατολικές χώρες, ως όχι αρκετά «σκληρή» έναντι της Ρωσίας- και φαβορί για τη θέση του Ρομπάι η πρωθυπουργός της Δανίας, Χέλε Θόρινγκ- Σμιτ.
Αντίθετα, έμοιαζε όλο και πιο πιθανό να αναβληθεί η απόφαση για τη διαδοχή του Ντάσελμπλουμ -ενδεχομένως από τον Ισπανό υπουργό Οικονομικών Ντε Γκίντος- καθώς η θητεία του προέδρου του Eurogroup λήγει το 2015.
Μάλιστα, η καγκελάριος Μέρκελ, κατά την άφιξή της στις Βρυξέλλες, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα λαμβάνονταν χτες οι αποφάσεις για τις τρεις θέσεις, καθώς «προτού πάρουμε τις αποφάσεις πρέπει να έχουμε κάποιες απαντήσεις και αμφιβάλλω εάν θα τις έχουμε σήμερα».
Η επιλογή ήταν ούτως ή άλλως δύσκολη, καθώς έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι χώρες προέλευσης των κορυφαίων αξιωματούχων, και η πολιτική τους ταυτότητα, και το φύλο. Όσο για την επιλογή των νέων επιτρόπων, αυτή εξαρτάται πρωτίστως από το ποιον θέλει να στείλει στην Κομισιόν το κάθε κράτος - μέλος, αλλά όχι μόνο. Δικαίωμα λόγου έχει και ο νέος πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και δικαίωμα βέτο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η νίκη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Υπενθυμίζεται ότι ο Γιούνκερ εξελέγη την Τρίτη πρόεδρος της Κομισιόν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με 422 ψήφους υπέρ και 250 κατά. Καθήκοντα αναλαμβάνει την 1η Νοεμβρίου και τις επόμενες μέρες θα πρέπει να παρουσιάσει αφενός τους επιτρόπους από τα κράτη - μέλη, αφετέρου πιο συγκεκριμένα την πολιτική που θα ακολουθήσει η Κομισιόν την ερχόμενη πενταετία. Ο Γιούνκερ -με την αγαστή συμπαράσταση των πολιτικών ομάδων στη νέα Ευρωβουλή, που επέμεναν ότι πρέπει να γίνει σεβαστή η ετυμηγορία των Ευρωπαίων ψηφοφόρων- κατάφερε να επιβληθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μετά από ένα παζάρι που κράτησε εβδομάδες. Αλλά έπρεπε στη συνέχεια να βρει και πλειοψηφίες για την εκλογή του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κάτι που δεν αποδείχθηκε τόσο απλό. Κατάφερε μεν να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Συντηρητικών -στους οποίους και ανήκει- των Σοσιαλιστών, των Πράσινων και των Φιλελευθέρων, αλλά είχε και τουλάχιστον 60 διαρροές από τις εν λόγω ομάδες στη μυστική ψηφοφορία που έγινε.
Το πρόγραμμα Γιούνκερ
Ο μαέστρος των ισορροπιών Γιούνκερ προσπάθησε και να καθησυχάσει τους Γερμανούς και τους άλλους θιασώτες της δημοσιονομικής πειθαρχίας, δίνοντας όρκο στο Σύμφωνο Σταθερότητας, και να κλείσει το μάτι στους Γάλλους, τους Ιταλούς και τους υπόλοιπους Νότιους, λέγοντας ότι θα εξαντλήσει τα περιθώρια «ευελιξίας» του Συμφώνου. Επίσης, φρόντισε να ταχθεί και υπέρ του «εκδημοκρατισμού» -και όχι βεβαίως της κατάργησης- της τρόικας στις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα, ενώ υποστήριξε ότι στο μέλλον η τρόικα θα πρέπει να μελετά και τις κοινωνικές επιπτώσεις του προγράμματος που επιβάλλει, ενώ στην περίπτωση που το πρόγραμμα δεν βγαίνει -επειδή δεν επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις της- θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα Σχέδιο Β.
Η μεγάλη υπόσχεση που έδωσε ήταν ότι κάνει το παν για να στηρίξει την οικονομία της Ε.Ε. -και να φρενάρει την αποβιομηχάνισή της- με 300 δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, ενώ θέλησε να στείλει το μήνυμα ότι θα κινηθεί στα χνάρια του Ζακ Ντελόρ, ακολουθώντας περισσότερο την κοινοτική και λιγότερο τη διακυβερνητική μέθοδο στη χάραξη πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Μίλησε ως χριστιανοδημοκράτης της εποχής του Χέλμουτ Κολ, υποστηρίζοντας αναφανδόν την «κοινωνική οικονομία της αγοράς» -καπιταλισμό του Ρήνου, το λέγαμε στην Ελλάδα- αλλά και ως σοσιαλδημοκράτης, τασσόμενος υπέρ του κοινωνικού διαλόγου και κατά των ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, «τις οποίες δεν πρέπει να αφήσουμε στο έλεος της αγοράς».
Ασκήσεις ισορροπίας έκανε και στις προγραμματικές του δηλώσεις για τη μετανάστευση, ζητώντας αφενός μια νέα στρατηγική νόμιμης μετανάστευσης στην Ε.Ε., στα πρότυπα των ΗΠΑ, και μια κοινή πολιτική παροχής πολιτικού ασύλου, χωρίς ωστόσο να μιλήσει για αναθεώρηση της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ, που ζητούν οι μεσογειακές χώρες.
Αν και όπως προείπαμε η ψηφοφορία ήταν μυστική, βάσει των δηλώσεων των ελληνικών κομμάτων εικάζεται ότι τον Γιούνκερ ψήφισαν οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, της Ελιάς και του Ποταμιού και τον καταψήφισαν οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, των Ανεξαρτήτων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής.