Με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα αντάμειψε το αθηναϊκό κοινό τους ηθοποιούς της Comédie-Française, καλώντας τους να υποκλιθούν δύο και τρεις φορές και επευφημώντας τον νεαρό σκηνοθέτη Marc Paquien, όταν τους συνόδευσε επί σκηνής, στην πρεμιέρα της Αντιγόνης του Ζαν Ανούιγ, το βράδυ του Σαββάτου, στο Μέγαρο Μουσικής.
Noblesse oblige, ασφαλώς, πόσο μάλλον που ο φιλοξενούμενος θίασος μίας από τις αρχαιότερες θεατρικές σκηνές της Γαλλίας, με μυθικό ιδρυτή τον Μολιέρο, σπανίως βγαίνει εκτός γαλλικών συνόρων... Και μόνο το γεγονός ότι η προηγούμενη επίσκεψή της έγινε 52 χρόνια πριν, δικαιολογεί την κατάμεστη αίθουσα "Αλεξάνδρα Τριάντη" του Μεγάρου.
Ο σκηνοθέτης είχε στα χέρια του ένα κείμενο που δεν κρύβει τα χρόνια του. Η πρόσληψή του, σήμερα, είναι αδύνατον να διαχωριστεί από την εποχή που γράφτηκε και πρωτοανέβηκε στη σκηνή, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, τότε που οι τοίχοι του Παρισιού γέμιζαν από μικρές κόκκινες αφίσες που ανακοίνωναν την εκτέλεση κάποιου αντιστασιακού...
Αποφεύγοντας κάθε ιστορική αναφορά (εκτός, ίσως, από τα δερμάτινα σακάκια των φρουρών, ένα "κλείσιμο ματιού" στο κοινό, που είχε χρησιμοποιηθεί και το 1944) ο Μ. Πακέν επέλεξε να τοποθετήσει το δράμα σε ένα άχρονο παρόν, την αναγωγή του οποίου στην αρχαιοελληνική τραγωδία έρχεται να θυμίσει μονάχα το έξοχο λιτό, γυμνό σκηνικό, που ορίζει ένας τοίχος με τρεις μνημειακές πόρτες (Gérard Didier), το οποίο αναδείκνυαν περισσότερο οι φωτισμοί της Dominique Bruguière.
Η Αντιγόνη του ο Μ. Πακέν θέλει να είναι "μια νέα γυναίκα που ενσαρκώνει την ίδια την εξέγερση παντού στον κόσμο". Περισσότερο όμως είναι ένα παιδί που αρνείται να εισέλθει στον κόσμο των "ενηλίκων", των συμβιβασμών και των "στοχαστικών προσαρμογών" τους. Η επιλογή της Françoise Gillard στον ρόλο αυτό, μικροκαμωμένης, με εφηβικό "φιζίκ", ντυμένης και κουρεμένης σαν αγοροκόριτσο, ήταν εύστοχη, πόσο μάλλον που το παίξιμό της διακρινόταν από έντονη σωματικότητα, είτε βρισκόταν ξαπλωμένη πάνω στη σκηνή είτε κουλουριασμένη σαν σβώλος πάνω σε μια καρέκλα είτε ερχόταν αντιμέτωπη με τον γιγαντόσωμο Κρέοντα του Bruno Raffaelli. Η επιλογή του οποίου ήταν επιτυχής από άποψη σωματότυπου, πλην όμως απέτυχε να αποδώσει τις ρωγμές με τις οποίες προικίζει τον χαρακτήρα ο συγγραφέας...
Γενικότερα, η εσωτερικότητα στην ερμηνεία έλειψε από τους περισσότερους ηθοποιούς, κάτι που επιχειρήθηκε να εξισορροπηθεί με αναίτιες φωνητικές εντάσεις, που σε στιγμές γίνονταν ενοχλητικές τσιρίδες, όπου διακρίθηκε η Clotilde de Bayser στον ρόλο της κορυφαίας του Χορού, η οποία μάλιστα ανάβει τσιγάρο με το που βγαίνει στη σκηνή. Ξεπερασμένο σκηνοθετικό κόλπο, δεν κατάφερε να σοκάρει παρά μερικούς υπερήλικες θαμώνες του Μεγάρου...
Με λίγα λόγια, αν κανείς περίμενε ένα κλασικό ανέβασμα, που να θυμίζει "παλιό, καλό" Εθνικό Θέατρο, είναι βέβαιο ότι θα έφυγε ευχαριστημένος. Όσοι θεώρησαν ότι η πρόσκληση στον Μιχαήλ Μαρμαρινό να παρουσιάσει τη Φαίδρα του Ρακίνα σηματοδοτεί ένα άνοιγμα του ιστορικού θεάτρου, θα πρέπει να περιμένουν. Ίσως την επόμενη επίσκεψη της Comédie-Française στην Ελλάδα...