Το «Blasted» της Σάρα Κέην είναι από τα πιο σκληρά και απεγνωσμένα έργα της. Είναι... ένας εφιάλτης που έγινε θέατρο. Εμπνέεται από τα γεγονότα του εμφύλιου της Γιουγκοσλαβίας της δεκαετίας του '90, αλλά και από ένα φρικτό συμβάν στη Βρετανία, τον βασανισμό και τη δολοφονία ενός δίχρονου αγοριού από δύο δεκάχρονους. Όπως γράφει η Annette Pankratz, «το έργο τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια μας». Μας φέρνει αντιμέτωπους με ανησυχητικούς κόσμους, γεμάτους δοκιμασίες, απόγνωση και αίμα. Το τοπίο σε αυτό το έργο της Κέην είναι τοπίο σύλησης, μοναξιάς, εξουσίας, διανοητικής κατάρρευσης, σχεδόν παράκρουσης. Μοιάζει σαν μια οθόνη τηλεόρασης να εκρήγνυται και ο βίαιος κόσμος «πίσω απ' το γυαλί», ένας «κρανίου τόπος», να μεταφέρεται ξαφνικά μέσα στο σπίτι μας, καταστρέφοντας την ψευδαίσθηση της ασφάλειας των ενοίκων του. Στη διάρκεια της παράστασης το κοινό βλέπει ένα δωμάτιο, οι συμβολισμοί του οποίου διαφοροποιούνται συνεχώς... Το πρώτο μέρος του έργου τοποθετεί τον ΄Ιαν και την Κέητ στην σύγχρονη Αγγλία. Με την είσοδο του εισβολέα - στρατιώτη ο μιμητικός χώρος εκρήγνυται... Ο τοίχος που διαχωρίζει το μέσα από το έξω γίνεται διαπερατός και το όριο ανάμεσα σε μια βρετανική τοποθεσία και στις εικόνες ενός πολέμου «αλλού» καταρρίπτεται. Βγαίνουν και καταβροχθίζονται μάτια επί σκηνής, κάτι που στην Αγγλία θεωρείται αδιανόητο. Ο κανιβαλισμός βρίσκεται επί βρετανικού εδάφους.
Αυτό είναι το έργο της Κέην -μια κραυγή απόγνωσης- που δεν μας μιλά μόνο για την προσωπική της κόλαση, αλλά για τον πάσχοντα άνθρωπο σε έναν κόσμο έκπτωσης και απανθρωπιάς, εν ονόματι του ανθρωπισμού ! Δεν είναι τυχαίο το ότι το θέατρο της Κέην μιλάει τόσο πολύ στο σύγχρονο κοινό και ιδιαίτερα στους νέους. Σύμφωνα με τον σπουδαίο ΄Αγγλο συγγραφέα και παιδαγωγό ΄Εντουαρντ Μποντ, «η Σάρα Κέην κατάφερε να συνομιλήσει πειστικά με το χάος μέσα μας... Και υπάρχει, σίγουρα, τεράστια διαφορά ανάμεσα στο χάος του Κουέντιν Ταραντίνο και σε εκείνο της Κέην. Ο πρώτος μας λέει ότι το χάος είναι ένα εμπορικό τρικ, μια νέα συσκευασία... Η δεύτερη μας λέει ότι το χάος είναι επικίνδυνο, πρέπει όμως να βυθιστούμε σε αυτό, για να βρούμε τον εαυτό μας. Ο Ταραντίνο έμελλε να κάνει την τύχη του. Η Σάρα Κέην αυτοκτόνησε στα εικοσιοκτώ της». Είναι χαρακτηριστικά ότι ή ίδια χαρακτήριζε τον εαυτό της ως την "τελευταία ρομαντική". Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις που είχε δώσει, έλεγε: «Η βία δεν είναι το κεντρικό θέμα των έργων μου, όλα περιστρέφονται γύρω από το πόσο απελπισμένα αγαπιούνται οι άνθρωποί τους... Η βία είναι αλληγορία και εγώ κινούμαι σε ποιητική διάθεση...».
Τα πιο πάνω σημαίνουν ότι, σε επίπεδο παράστασης, το θέατρο της Κέην δεν μπορεί να αποδίδεται ρεαλιστικά, αλλά ως προβολή, σε μια δεύτερη ημιφωτισμένη σκηνή, και σε ύφος ονειρικό, των ελεϊνών και φοβερών παθημάτων των ηρώων του. Όπου η βία αποκτά πλέον συμβολικό χαρακτήρα. Αλλιώς, αντέχεται δύσκολα και ο θεατής σπεύδει να την αποβάλει. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, προσέγγιση και επεξεργασία ψυχαναλυτική, ώστε να πετύχει η «μεταβίβαση» και οι εικόνες της βίας να μην αποτελούν αυτοσκοπό. Ένα ύφος συγγενικό του εξπρεσιονισμού, θα ταίριαζε, ίσως, εδώ.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου στο Θέατρο «Πορεία», έχω την εντύπωση ότι επιχείρησε, αντίθετα, να επενδύσει επάνω στην αέναη συσσώρευση των εντάσεων, έτσι ώστε να πετύχει την (προσωρινή) εκτόνωσή τους και ανακούφιση του υποκειμένου - θεατή, κάτι που δεν επιτεύχθηκε, με αποτέλεσμα το κείμενο να οδηγείται σε αμυντική αυτολογοκρισία και να αναδιπλώνει αυτόματα τις κορυφώσεις του. Έχω την αίσθηση ότι η καλή, κατά τα άλλα, Λένα Παπαληγούρα δεν διαθέτει την πείρα και την ωριμότητα για να πετύχει κάτι τέτοιο. Ενώ θα έπρεπε να κάνει το σώμα της φίλτρο για να ελέγχει τη συναισθηματική φόρτιση και τις εντάσεις, αντ' αυτού το μετατρέπει σε πολλαπλασιαστικό τους ηχείο. Ο Ακύλλας Καραζήσης παίζει αποκλειστικά με το μυαλό και ο Μιχάλης Αφολάνιο είναι εξωτερικός.