Η Ιστορία του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια γράφεται ακόμη. Το μαχαίρι των δολοφόνων που όπλισαν ξένες πρεσβείες διέκοψε συγχρόνως το έργο αναγέννησης της ρημαγμένης χώρας από τον μεγάλο, οικουμενικών διαστάσεων και λαοφιλή πολιτικό, που βρέθηκε αντιμέτωπος με τα συγκλίνοντα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων και των ντόπιων, νοικοκυραίων και κοτζαμπάσηδων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του ανελέητου πολέμου που του έκαναν οι «προστάτιδες»: όσον καιρό ήταν κυβερνήτης, οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη την Ακρόπολη στην ελεύθερη, κατά τα άλλα, Αθήνα. Δεν έπαιρναν το σχετικό «ραβασάκι» απ' τις πρεσβείες, για να την αφήσουν. Οι Μεγάλες Δυνάμεις που μας «απελευθέρωσαν» δεν επέτρεπαν στον κυβερνήτη να ολοκληρώσει την ανεξαρτησία με μια συμβολική χειρονομία υψηλής σημασίας: να υψώσει την ελληνική σημαία στον Βράχο. Αυτό έγινε μόνον όταν ορκίστηκε ο Όθων βασιλιάς. Τότε μόνο οι Τούρκοι εκκένωσαν την Ακρόπολη. Οι ξένοι προστάτες την έκαναν, με άλλα λόγια, «δώρο» στον «δικό τους» Όθωνα. Ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέζερ (παππούς του ηθοποιού μας) ύψωσε, τότε, την ελληνική σημαία. Έχει γράψει και σχετικό βιβλίο.
Στο Beton 7 στον Βοτανικό, δίνεται για λίγες μόνο παραστάσεις (μέχρι 30 Απριλίου) η παράσταση CAPO D ISTRIA, που έχει ως βάση την τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη «Καποδίστριας», αλλά και (κυρίως) την πρόσφατη, εξαντλημένη, έκδοση της αλληλογραφίας του Ιωάννη Καποδίστρια με την Ελληνορωσίδα αριστοκράτισσα Ρωξάνδρα Στούρτζα, ανεκπλήρωτο έρωτα και «ηγερία» του. ΄Εκδοση «Εστίας», με λαμπρή εισαγωγή, επιμέλεια, σχόλια της αείμνηστης Ελένης Κούκκου, που φωτίζει τον «άνθρωπο για όλες τις εποχές» Καποδίστρια.
Η σκηνοθέτιδα και διασκευάστρια Αναστασία Κουμίδου συνδυάζει τις δύο πηγές της σε μια θεατρική σύνθεση που θα ονόμαζα απερίφραστα δημιουργική, δίνοντας ένα εντελές έργο, δομημένο, «με λογισμό και με όνειρο». Επιτρέποντάς μας να προσεγγίσουμε μια από τις σκοτεινότερες και δραματικότερες περιόδους της σύγχρονης Ιστορίας μας, με διαρκείς αναφορές στο σήμερα. Συγχρόνως επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε τον αγώνα και την αγωνία ενός ανθρώπου απόλυτα μοναχικού, ταγμένου αδιάλλακτα στον «έρωτα της ελευθερίας», με τη σολωμική έννοια του όρου, που για χάρη της έγινε ολοκαύτωμα.
Η παράσταση, με «φυσικό» σκηνικό και διαχρονικά κοστούμια του Απόστολου Βέττα, με την ωραία σύγχρονη μουσική της Αντριάνας Μίνου, με τους υποβάλλοντες φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, φυσικούς ρυθμούς, κινείται ανάμεσα στο «τότε» και στο «τώρα», υφαίνοντας το ιστορικό της αφήγημα με γρήγορες σαϊτιές αργαλειού, με γήινα χρώματα, δίχως διόλου νοσταλγικά περιγράμματα. Έξι ηθοποιοί ζωντανεύουν για χάρη μας οικείες εικόνες που έχουν λίγο θαμπώσει από την ιδιοτελή, κακή χρήση από μέρους μας του χρόνου και της Ιστορίας. Στήνουν έναν οιονεί καβαφικό καθρέφτη για να δούμε να περνούν εμπρός μας ακέραιες οι ιδανικές μορφές του. Η Βίκυ Μαραγκάκη σε όλα της, φωνή, κίνηση, παρουσία, χαρισματική, ο Κώστας Πασχαλίδης προσεγγίζει σφαιρικά τον ρόλο, ο Γιώργος Κροντήρης είναι κάτι περισσότερο από αναπαραστατικός, ο Ακίνδυνος Γκίκας επιβλητικός, ο Νίκος Παπαδόπουλος κάθετος, ο Άλκης Δελαντώνης καίριος.
*
Στο Θέατρο «Ροές» δίνεται, σε καλή μετάφραση της Ξανθής Κρανίδη και ελπιδοφόρα σκηνοθετική πρώτη, νομίζω, παρουσία του νεότατου Νίκου Πασχίδη, με ενδιαφέροντα σκηνικά - κοστούμια του Δημήτρη Κακριδά, το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ». Και μόνο το θάρρος του νέου σκηνοθέτη να καταπιαστεί με αυτό το δύστροπο έργο τον τιμά.
Έχω και άλλοτε γράψει για το έργο και θα περιοριστώ σε κάποια βασικά. Πρόκειται για ένα έργο μνήμης και συνέχειας - ασυνέχειας, επηρεασμένο, ίσως, από την Μπερξόνια συλλογιστική για τον τρόπο σύλληψης της πραγματικότητας, ως επιλεκτικού «μοντάζ» εικόνων, που κάνει ο εγκέφαλος. Αυτό το βλέπει ο σκηνοθέτης και το δίνει… σε σπασμένες εικόνες που λειτουργούν εν γένει οργανικά και ομοιοπαθητικά σαν ένα σύστημα συνεχούς - ασυνέχειας, με ορισμένες, μόνο, στιγμές χαλάρωσης... Σε κάθε περίπτωση, η σκηνοθεσία δίνει την ευκαιρία στον ακούραστο, αειθαλή, σπουδαίο ηθοποιό μας Κώστα Γαλανάκη να δώσει ένα πραγματικό ρεσιτάλ στον παλίμψηστο ρόλο του τραγικού -αλα Ληρ- σαιξπηρικού, μινιμαλιστικού «κλόουν» Κραπ, όπου αποδεικνύεται, πράγματι, ασυναγώνιστος.