Το ασσυροβαβυλωνιακό «Έπος του Γκιλγκαμές», που οι ρίζες του ανάγονται στην τρίτη χιλιετία π.Χ., είναι το αρχαιότερο γνωστό ποίημα της ανθρωπότητας. Η ιστορία της ανακάλυψης των πρώτων πήλινων πινακίδων με σφηνοειδή γραφή που περιείχαν το κείμενό του στην περιοχή της Μεσοποταμίας, τον δέκατο ένατο αιώνα, είναι άλλο ένα έπος από μόνο του.
Το ποίημα, επισημαίνει σήμερα ο μελετητής, μεταφραστής στην αγγλική και εκδότης του N.K. Sandars, «δικαιούται την περίοπτη θέση που κατέχει σήμερα στην παγκόσμια λογοτεχνία, όχι μόνο επειδή προηγείται τον Ομηρικών Επών κατά δεκαπέντε περίπου αιώνες, αλλά επίσης εξ αιτίας της ποιότητας και του είδους της ιστορίας που μας αφηγείται. Μέσα από τη δράση του προκύπτει ένας ανθρώπινος προβληματισμός γύρω από τη θνητότητα, την αναζήτηση της γνώσης και την ανεύρεση ενός τρόπου αποφυγής της κοινής μας μοίρας, του θανάτου. Οι Θεοί, ως αθάνατοι, δεν είναι τραγικοί. Ακόμη και αν ο Γκιλγκαμές δεν είναι ο πρώτος ήρως της ανθρωπότητας, είναι όμως ο πρώτος τραγικός της ήρως. Μας γίνεται οικείος ως ένας άνθρωπος που θέτει ερωτήματα, που αναζητά το νόημα της ζωής και που το τέλος της αναζήτησής του δεν μπορεί παρά να είναι τραγικό».
Ο καθηγητής T.B.L. Webster διατυπώνει την άποψη για την ύπαρξη μιας ανάλογης, χαμένης, αιγαιο-μυκηναϊκής ποιητικής παράδοσης που διήλθε μέσα από τους σκοτεινούς αιώνες για να επανεμφανιστεί στα Ομηρικά Έπη. Μια άποψη αναπόδεικτη για την ώρα, ωστόσο ελκυστική και ερεθιστική. Αν σκεφτούμε, μάλιστα, το αχώριστο ζεύγος, στη ζωή και τον θάνατο του Αχιλλέα και του Πατρόκλου, σε παραβολή με τους αντίστοιχους Γκιλγκαμές, Ενκιντού. Ακόμη ότι το «Έπος του Γκιλγκαμές» είναι ένα ειρηνόφιλο ποίημα, όπως η "Ιλιάδα". Που, επίμονα, μας μιλά για την «αμαρτία» της άνομης συγκέντρωσης του πλούτου, που φέρνει την καταστροφή. Όπως η "Ιλιάδα".
Ένα έπος «παιδαγωγικό», διαδεδομένο πλατιά στους πολεμόχαρους πληθυσμούς της Μεσοποταμίας, όπου το φαινόμενο των επιδρομών σε γείτονες λαούς ήταν συνηθέστατο, για την αρπαγή πρώτων υλών, χαλκού, ξυλείας, αλλά και πίσσας! (πρβλ. σήμερα τι συμβαίνει με το πετρέλαιο!). Μία από τις «αμαρτίες» του Γκιλγαμές είναι και η κοπή των Κέδρων του Λιβάνου, για να οικοδομήσει πόλεις και να μείνει το όνομά του αθάνατο, αφού νικήσει και σκοτώσει πρώτα τον τερατόμορφο μυθικό φρουρό τους Χούμπαμπα. Μία «ύβρις» η οποία τιμωρείται στο τέλος από τους Θεούς.
Το «Έπος του Γκιλγκαμές» κατορθώνει, έτσι, να είναι ένα κείμενο ιερό μιας ομάδας λαών και συγχρόνως ένα κείμενο εν δυνάμει θεατρικό, προδρομικό της Τραγωδίας.
Το Θέατρο «Ρόδα» περιλαμβάνει στο μόνιμο ρεπερτόριό του το «Έπος του Γκιλγκαμές» (θεατρική διασκευή Δημήτρη και Μαρίας Περετζή / Βασίλη Τσοκόπουλου) ανεβάζοντάς το περιοδικά στη σκηνή. Πρόκειται μια ομάδα που από την ίδρυσή της, το 1991, υπηρετεί πιστά την ιδέα ενός «ιερού», τελετουργικού θεάτρου. Υπηρετεί συγχρόνως, όμως, το ίδιο πιστά, και την ιδέα του θεάτρου - θεάτρου.
Ένα δείγμα αυτής της επίμονης και επίπονης άσκησης - εργασίας είναι το «Έπος του Γκιλγκαμές». Υλοποιώντας τη θεμελιακή αρχή της «Ρόδας», η παράσταση, σε σκηνοθεσία Μαρίας Περετζή, δεν είναι μόνο ένα άθροισμα από «καλές ερμηνείες» και άλλα συστατικά του δράματος μέρη. Γίνεται η ίδια μια ποιοτική «σύσταση πραγμάτων», που υπερβαίνει το άθροισμα των μερών της. Ή όπως λέει ο σοφός Λάο Τσε: «Μια άμαξα είναι πάντα κάτι περισσότερο από το άθροισμα των εξαρτημάτων της».
Ασκημένοι χορευτές - ηθοποιοί, σε κατάσταση νηφάλιας μέθης και αντιληπτικής ολοκλήρωσης, υπερβαίνουν τον καθημερινό τους εαυτό μιμούμενοι με εντέλεια τραγική τα θεϊκά νευρόσπαστα. Οι Δημήτρης Γασπαράτος, Γιώργος Κωστογιάννης, Ιουλία Βεντίκου, Εύα Αυλίδου, Σταμάτης Λόγος, Νίκος Τσιουμπλεξής, Άννα Κυπραίου, Κωνσταντίνα Μπαξεβάνη, Δημήτρης Νέλλας, Αλέξανδρος Μπάτσης, Γιώργος Ντούνης, Μαρίζα Πελεκάνου, Πάτυ Παπαγεωργίου, Γιάννης Καλημέρης, Γιάννης Αγγελής, Αθηνά Παπαφώτη, Αργυρώ Τσιουμπλεκτσή, Μαρία Τσούγκα, Βίκη Τσέλιου, Δήμητρα Παπαδημητρίου, Πία Πιεράκου και ο Σταύρος Κάππας, αφηγητής.
Τα σκηνικά (Νίκος Τσιουμπλεκτσής) είναι όμορφα, τα ραμμένα στο χέρι από ολόκληρη την ομάδα κοστούμια πανέμορφα, το συλλογικό μουσικό ένδυμα εξαιρετικό, όπως τα χορικά της Μαρίας Περετζή και τα ηχητικά των Δημήτρη Γασπαράτου, Ηλία Πιλάτου.