Ο Γκονζάλο Ταβάρες είναι ένας νέος στην ηλικία ανερχόμενος Πορτογάλος συγγραφέας, που θεωρείται μια απ' τις λογοτεχνικές ελπίδες της χώρας του. Η «Ιερουαλήμ»» είναι ένα σύντομο σχετικά μυθιστόρημα, που μας μιλά για την ερημιά και την απόγνωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Πρωταγωνιστής είναι στην πραγματικότητα η Νύχτα, και αυτός θα έπρεπε να είναι, ίσως, ο τίτλος του έργου. Το «Ιερουσαλήμ» παραπέμπει στον γνωστό ψαλμό του Δαυίδ, και, εμμέσως, στη μία από τις τρεις πόλεις οι οποίες διαμόρφωσαν τον σύγχρονο πολιτισμό της Δύσης. (Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αθήνα). Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το ότι ένας από τους ήρωες ονομάζεται Σπένγκλερ, φέρει το όνομα του φιλοσόφου που έμεινε γνωστός κυρίως για το έργο του «Η παρακμή της Δύσης». Η Δύση στα σανσκριτικά ονομάζεται «Ερέμπ», από το οποίο προέρχεται και το δικό μας «έρεβος», δηλαδή το πυκνό, αδιαπέραστο σκότος.
Δεν διάβασα το μυθιστόρημα, αναφέρομαι, άρα, στη θεατρική διασκευή του από τη Βάνα Πεφάνη, και τον Έκτορα Καρκανεβάτο. Πρόκειται για μια αλληγορία, και για μια «φωτογραφία», συγχρόνως με φλας, της συγκεκριμένης ψυχικής στιγμής που διέρχεται ο πολιτισμός μας. Ένα «τούνελ» χωρίς φως στην άκρη. Αντιγράφω από το πρόγραμμα της παράστασης: «Οκτώ μοναχικοί άνθρωποι σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μιας ιδιαίτερης νύχτας. Ιστορία. Ψυχιατρική. Εκκλησία. Μνήμη και Σχιζοφρένεια. Αυτοί είναι οι πόλοι ενός σύγχρονου φιλμ νουάρ με τίτλο - παγίδα, αφού η Ιερουσαλήμ δεν είναι η πόλη όπου διαδραματίζεται το έργο, αλλά η πόλη που στοιχειώνει τα μυαλά των ηρώων του».
Το έργο του Ταβάρες στηρίζεται σε ένα όντως ενδιαφέρον εύρημα. Επικεντρώνεται δραματουργικά στην προσπάθεια ενός «ορθολογιστή» ψυχιάτρου να ανακαλύψει έναν αλγόριθμο που να δείχνει το «ποσόν» της φρίκης το οποίο «καταναλώνει» στην πορεία του ο δυτικός πολιτισμός για να προχωρεί! Γνωρίζει ότι αντίτιμο αυτής της ξέφρενης ιστορικής πορείας του πολιτισμού είναι μια γενικευμένη ψυχασθένεια. Πιστεύει ότι με τον αλγόριθμό του θα μπορεί συγχρόνως να προβλέπει και να «θεραπεύει» την ψυχασθένεια που θεωρεί ως «παρέκκλιση» από το ορθόν. Προχωρεί, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα ερείπια που σκορπίζει γύρω του η δική του «ασθένεια» της προσκόλλησης σε έναν «ορθό λόγο» κενό περιεχομένου και ορφανό από συναίσθημα. Συντρίβει και συντρίβεται. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ιστορία που μας αφηγείται ο Ταβάρες. Ανθρώπινη, καθώς τα «κουρέλια» του κοινωνικού περιθωρίου, οι «ασθενείς», το «μηδέν» της Ιστορίας, συνιστούν έναν πόλο πιο αληθινό από το «εν» της αλαζονικής επιστήμης, της ψυχρής πολιτικής και της χλιαρής εκκλησίας Αυτά είναι εν τέλει η «άνω» Ιερουσαλήμ του βιβλικού ψαλμού που κλείνει το έργο. Ο τίτλος δικαιώνεται στο τέλος.
Η διασκευή σε θέατρο είναι καλή και η σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη, με επιμέλεια κίνησης Γιώργου Ματσκάρη, με ωραία σκηνικά - κοστούμια (Κατερίνα Μαραγκουδάκη), με άρτια αισθητικά και οργανικά δεμένα βίντεο (Νίκου Γιαβρόπουλος), με πρωτογενείς ήχους (DNA LAB), είναι άμεση, καθαρή. Στο πλαίσιο μιας υγιούς ωμότητας, με συναίσθημα μετρημένο, χωρίς περιττά στολίδια κι άλλους εντυπωσιασμούς, στοχεύει κατ' ευθείαν στο κέντρο, να αναδείξει το κοινωνικό και πολιτικό μήνυμα του έργου. Οι υποκριτικές είναι λεπτομερειακά δουλεμένες, με πρώτη εκείνη της Βάνας Πεφάνη που δίνει την πρωταγωνίστρια, Μίλια, ως ένα έκτακτο κράμα ρεαλισμού και ονείρου, ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του αμνού της ιερής θυσίας.
Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος δείχνει το σκληρό πρόσωπο της επιστήμης -εξουσίας και ο Γιώργος Στριφτάρης το σκοτεινότερο πρόσωπο της υπερεξουσίας από διαβρωμένη πολιτική και αλωμένη εκκλησία. Ο Κοραής Δαμάτης, σε έναν ρόλο - έκπληξη, θυμάται τις αρετές του ως ηθοποιού. Να τον ξαναδούμε σύντομα. Ο Βασίλης Αφεντούλης δεν μένει στα τυπίστικα χαρακτηριστικά, πάει πιο πέρα, και ο Κυριάκος Κοσμίδης έχει σκηνικό βάρος. Η Νικολίνα Μουαΐμη (πόρνη) αποπνέει ειλικρίνεια. Ο Δημήτρης Κάτσης είναι ακριβής. Επιστημονικός σύμβουλος της παράστασης ο Λάμπρος Γιώτης.