Συντηρητική κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας μπορεί να διατάξει η εφορία χωρίς δικαστική απόφαση εάν διακρίνει κίνδυνο για την είσπραξη του αναλογούντος στον φορολογούμενο φόρου. Παράλληλα, με κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων απειλούνται και όσοι φορολογούμενοι καθυστερούν πάνω από 30 ημέρες να εξοφλήσουν -ή να ρυθμίσουν- οφειλές στην εφορία που υπερβαίνουν το "ακατάσχετο" ποσό των 1.000 ευρώ. Η απειλή στρέφεται ακόμη και κατά οφειλής από φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει είτε κατ' εκτίμηση από τις φορολογικές αρχές είτε με βάση πληροφορίες τρίτων (τράπεζες, επιμελητήρια, συμβολαιογράφοι, υποθηκοφύλακες, επαγγελματικοί φορείς κ.λπ., το όποιο απόρρητο των οποίων αίρεται). Μάλιστα, ο νέος Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών, που κατατέθηκε χθες στη Βουλή, δεν προβλέπει για τις κατασχέσεις διάκριση ανάμεσα σε οικονομικά αδύναμους με περιορισμένη ή ανύπαρκτη φοροδοτική ικανότητα και σε κατέχοντες. Δηλαδή, ακόμη και αν είχε πρόθεση ο νομοθέτης να θέσει σε προτεραιότητα την υπαγωγή μεγάλων οφειλών, το γράμμα του νόμου στον ΚΦΔ δεν προβλέπει εξαιρέσεις.
Οι φοροελεγκτικές αρχές βάζουν "στο ίδιο τσουβάλι" και "αδύναμους" και "κατέχοντες" προβλέποντας χαμηλότερα πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις, από 300 έως 2.500 ευρώ κάθε μία, ακόμη και αν προέρχονται από μεγάλες Ανώνυμες Εταιρείες που τηρούν Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, αλλά και επιβάλλοντας αυστηρότερες ποινές (κατασχέσεις, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, πλειστηριασμούς κ.λπ.) για μη καταβολή ποσών από πράξεις προσδιορισμού φόρου, επιβολής τόκων ή προστίμων ή εκκαθάρισης φόρου μετά την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης.
Ο Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών προβλέπει και την αναδρομική μείωση των προστίμων που έχουν επιβληθεί τόσο για τυπικές όσο και για ουσιαστικές φορολογικές παραβάσεις, ενώ εισάγει στην καθημερινότητα των συναλλαγών των φορολογούμενων με την εφορία την έντοκη επιστροφή φόρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, τη μείωση στα 5 έτη του χρόνου παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων, αλλά και τη δυνατότητα του Δημοσίου να στοιχειοθετεί φοροδιαφυγή όταν επιχειρήσεις μέσα από νομότυπες διαδικασίες και συναλλαγές απέδειξαν εισοδήματα.
Οι σημαντικότερες διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπουν:
* Οι προς έλεγχο υποθέσεις θα επιλέγονται με κριτήρια όπως ρευστότητα και καθαρή θέση φορολογούμενου, σχέση τιμής πώλησης προς συνολικό όγκο κύκλου εργασιών, ύψος τραπεζικών καταθέσεων και δαπανών σε μετρητά).
* Σε ενδείξεις για πρόθεση του φορολογούμενου να εγκαταλείψει τη χώρα, θέτοντας σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου (ιδίως μέσω της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο), η φορολογική διοίκηση μπορεί να εκδώσει πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου μετά την έναρξη της φορολογικής περιόδου, αλλά πριν από την εκπνοή της ημερομηνίας υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης, ώστε να διασφαλίσει την άμεση είσπραξή του.
* Παρέχεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα, σε περίπτωση προσαύξησης της περιουσίας, να αποδείξει την πραγματική πηγή ή ότι αυτή έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία ή ότι αυτή απαλλάσσεται από τον φόρο.
* Όταν φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η εφορία, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από αυτόν φόρους με το ποσό προς επιστροφή, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς εντός 90 ημερών από την υποβολή εγγράφου αιτήματος του φορολογούμενου.
* Μπορεί η εφορία σε πολύ επείγουσες περιπτώσεις, και όταν επίκειται κίνδυνος για την είσπραξη του φόρου, να λαμβάνει μέτρα και να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο και χωρίς δικαστική απόφαση στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπράγματων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου, είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου.
* Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, το αρμόδιο όργανο της φορολογικής διοίκησης μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών.
* Ο γενικός γραμματέας δικαιούται να ζητεί πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους, τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής.
Για την εφαρμογή των προαναφερθέντων η φορολογική διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό, το οποίο πρέπει να απαντάται από το τρίτο πρόσωπο εντός 10 ημερών από την παραλαβή του.
Σε ιδιαίτερα σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για 20 επιπλέον ημέρες.
Μόλις 2.500 ευρώ το πρόστιμο σε μεγάλες εταιρείες
Από 100 έως και 2.500 ευρώ κυμαίνονται τα πρόστιμα που επιβάλλονται για φορολογικές παραβάσεις στον φορολογούμενο και καθορίζονται ως εξής:
* 100 ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής
* ποσό ίσο με τον φόρο εισοδήματος, σε περίπτωση μη υποβολής
* 100 ευρώ για φορολογούμενο που δεν είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων
* 1.000 ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, για τήρηση βιβλίων και στοιχείων με απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα
* 2.500 ευρώ με πλήρη λογιστικά πρότυπα.
Σε περίπτωση υποτροπής της ίδιας παράβασης εντός 5 ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού. Σε δεύτερη υποτροπή, στο τετραπλάσιο.
Αν ποσό φόρου δεν καταβληθεί εντός δύο μηνών, επιβάλλεται πρόστιμο 10% του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Αν το ποσό φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο έτους, το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε 20%. Αν το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο δύο ετών, ανέρχεται σε 30% του φόρου.
Αν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση τον διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
10% του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από 5% έως 20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση, 30% αν υπερβαίνει σε ποσοστό 20% τον φόρο που προκύπτει και 100% αν υπερβαίνει το 50% του φόρου. Σε μη υποβολή δήλωσης από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση.
Σε περίπτωση έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 100% της αξίας του στοιχείου. Σε περίπτωση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με 50% της αξίας του στοιχείου.
Κίνδυνος για το Taxisnet
Στο μεταξύ, περί τα 2,5 εκατομμύρια δηλώσεις Ε1 έχουν υποβληθεί έως τώρα από τους φορολογούμενους μέσω του Taxisnet. Τις τελευταίες ημέρες υποβάλλονται καθημερινά στο σύστημα πάνω από 100.000 φορολογικές δηλώσεις, με αποκορύφωμα προχθές, όταν υποβλήθηκαν 260.000 φορολογικές δηλώσεις.
Οι εναπομείνασες δηλώσεις όμως συνιστούν λόγω του μεγάλου αριθμού τους ακόμη κίνδυνο να παρουσιαστούν νέες δυσλειτουργίες στο Taxisnet σε περίπτωση μαζικής υποβολής δηλώσεων.